|
Στον
ταραγμένο κόσμο που ζούμε η Ευρώπη μπορεί να
παραμείνει ζώνη δημοκρατίας και ευημερίας μόνο
αν διατηρήσει μια ισχυρή οικονομία. Αν έχει
πρωτοπόρους βιομηχανικές επιχειρήσεις, που
ανταγωνίζονται με επιτυχία εκείνες των ΗΠΑ και
της Κίνας. Σε αυτό αποβλέπουν οι δύο εμπορικές
συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης που
ανακοινώθηκαν πρόσφατα, μία με την περιοχή
Mercosur (Αργεντινή,
Βραζιλία, Ουρουγουάη, Παραγουάη) και μία με την
Ινδία. Οταν ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ
είπε στο Νταβός ότι οι «μεσαίες δυνάμεις» πρέπει
να συνεργαστούν για να παραμείνουν ισχυρές,
τέτοιες συμφωνίες είχε υπόψη του.
Οι
συμφωνίες ανακοινώθηκαν, αλλά δεν ισχύουν ακόμη.
Από την ευρωπαϊκή πλευρά πρέπει να εγκριθούν από
μια αυξημένη ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών
και από μια απλή πλειοψηφία στην Ευρωβουλή. Στην
περίπτωση
Mercosur
υπερψήφισαν 21 κράτη, αλλά η Ευρωβουλή ανέβαλε
τη δική της ψηφοφορία και έστειλε ερώτημα στο
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης σχετικά με
ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος και
βιωσιμότητας πριν αποφασίσει. Για την Ινδία
είμαστε στην αρχή της διαδικασίας. Οι ψηφοφορίες
θα γίνουν μάλλον το δεύτερο εξάμηνο του 2026.
|
|
Παρόλο που
η γεωπολιτική αξία των συμφωνιών είναι προφανής,
έξι κράτη-μέλη καταψήφισαν ή απέσχον στην
ψηφοφορία για τη
Mercosur,
επικαλούμενα την ενδεχόμενη ζημία στον αγροτικό
τομέα της χώρας τους. Στην Ελλάδα, που
υπερψήφισε, όλη η αντιπολίτευση δήλωσε αντίθετη
για παρόμοιους λόγους. Αυτή η στάση εγείρει δύο
μεγάλα ερωτήματα.
Πρώτο, τι
είναι καλύτερο για τα μικρότερα κράτη-μέλη: να
μετέχουν σε μια αδύναμη ευρωπαϊκή οικονομία για
να προστατεύσουν μερικούς κλάδους της εθνικής
τους οικονομίας ή να μετέχουν σε μια δυναμική
αγορά, όπου θα υπάρχει ισχυρή ζήτηση για τα
προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, ακόμη και αν
για μερικά από αυτά έχουν ανταγωνιστές από
τρίτες χώρες; Είναι σαφές, στη σημερινή εποχή,
ότι η δεύτερη επιλογή συμφέρει περισσότερο,
εκτός εάν η άμεση ζημία από τις τρίτες χώρες
αφορά πολύ μεγάλο ποσοστό της εθνικής
οικονομίας. Ο αγροτικός τομέας, όμως, παράγει
μόλις 3,4% του ελληνικού ΑΕΠ και από αυτόν ένα
μικρό μόνο μέρος ίσως πληγεί από αυξημένο
ανταγωνισμό, γιατί η Λατινική Αμερική και η
Ινδία παράγουν ελάχιστα μεσογειακά προϊόντα.
Δεύτερο,
ποιοι κλάδοι είναι πιο σημαντικοί για το μέλλον
μας: αυτοί που χρειάζονται προστασία για να
επιβιώσουν ή αυτοί που αντέχουν σε διεθνή
ανταγωνισμό και αναπτύσσονται εξάγοντας; Οι
σοβαροί οικονομολόγοι θα απαντήσουν το δεύτερο,
γιατί η ανάπτυξη βασίζεται στη δημιουργική
αναδιάρθρωση: το εργατικό δυναμικό φεύγει από
εκεί όπου παράγει ελάχιστα και πηγαίνει εκεί
όπου παράγει πολύ περισσότερο. Και αυτό
επαναλαμβάνεται. Στην Ελλάδα, η αξία που παράγει
ο μέσος αγρότης είναι μόλις το ένα τρίτο της
αξίας που παράγει ο μέσος απασχολούμενος στη
βιομηχανία.
Οι αγρότες
πρέπει να προστατευθούν για κοινωνικούς λόγους,
αλλά όχι με τρόπο που ζημιώνει τους πιο
δυναμικούς τομείς. Οι εμπορικές συμφωνίες που
συμφέρουν την ευρωπαϊκή και την ελληνική
βιομηχανία πρέπει να ισχύσουν και, παράλληλα,
πρέπει να υπάρχει ένα ρεαλιστικό σχέδιο για τη
γεωργία.
Αυτό το
σχέδιο, και η εφαρμογή του, είναι ζητούμενο για
την εγχώρια πολιτική, όχι για την Ευρωπαϊκή
Ενωση. Η Ευρώπη δίνει κυρίως χρηματική ενίσχυση.
Ολοι ξέρουμε ότι αν είχαμε εκπαιδευμένους
αγρότες και σωστούς συνεταιρισμούς θα είχαμε και
αγροτικά προϊόντα με μεγαλύτερη εμπορική αξία.
Ποιος φταίει όμως που δεν έχουμε; Οχι, πάντως,
οι Βρυξέλλες ή το διεθνές εμπόριο.
Δυστυχώς,
ακόμη και η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση, δηλαδή
το ΠΑΣΟΚ, κατέκρινε την κυβέρνηση που υπερψήφισε
τη συμφωνία
Mercosur.
Ευτυχώς, η κυβέρνηση τήρησε υπεύθυνη στάση. Αν η
Ελλάδα και άλλη μια μικρή χώρα είχαν
καταψηφίσει, αυτή η πρώτη μεγάλη κίνηση της
Ευρωπαϊκής Ενωσης για αυξημένη διεθνή επιρροή θα
είχε ακυρωθεί. Ελπίζω όταν έρθει πάλι στην
Ευρωβουλή, να ψηφίσουν υπέρ οι σοβαροί
ευρωβουλευτές μας. Το ίδιο και όταν έρθει η
συμφωνία με την Ινδία. Στην εποχή του Τραμπ, δεν
υπάρχει ανέξοδος λαϊκισμός.
*Ο κ.
Αρίστος Δοξιάδης είναι ομότιμος εταίρος στο
κεφάλαιο επενδύσεων τεχνολογίας
Big
Pi.
** Το
άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της
Κυριακής.
|