|
Αντίθετα
σε
επιστημονικούς
και
τεχνικούς
όρους,
η 13η
σύνταξη μεθοδολογικά
αποτιμάται με
την
εκπόνηση αναλογιστικής
μελέτης σε
βάθος 50 ετών, όπως
ακριβώς
διεξάγει
το Ageing
Working
Group
κάθε τρία χρόνια για την
μακροχρόνια βιωσιμότητα
και
την οικονομική
ισορροπία των δημόσιων
συστημάτων κοινωνικής
ασφάλισης. Έτσι, σε ένα
συνταξιοδοτικό σύστημα
κοινωνικής ασφάλισης
η
οικονομική του
λειτουργία
δεν
αναφέρεται
μεθοδολογικά μόνο στους
σημερινούς ασφαλισμένους
και συνταξιούχους, αλλά
αναφέρεται και στους
μελλοντικούς
ασφαλισμένους
και
συνταξιούχους
επιδιώκοντας ταυτόχρονα
να εξασφαλίσει το ίδιο
βιοτικό επίπεδο
λαμβάνοντας υπόψη ίσους
οικονομικούς όρους σε
διαφορετικές χρονικές
στιγμές, συνήθως σε
χρονικό ορίζοντα 50
ετών.
Στην κατεύθυνση
αυτή
η δυσκολία και η
πολυπλοκότητα ενός
συνταξιοδοτικού
συστήματος κοινωνικής
ασφάλισης ενυπάρχει
στην
μακροχρόνια
οικονομική
και
κοινωνική του ισορροπία.
Δηλαδή, στην
ταυτόχρονη
επίτευξη της
μακροχρόνιας οικονομικής
βιωσιμότητας
και
κοινωνικής
αποτελεσματικότητας
(δηλαδή επάρκεια των
συνταξιοδοτικών παροχών
και ισότητα του βιοτικού
επιπέδου της
παρούσας και των
μελλοντικών γενεών των
ασφαλισμένων) και
της
κοινωνικής
αλληλεγγύης.
Τούτων
δοθέντων,
είναι
ενδιαφέρον
να
σημειωθεί
ότι
η
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
μεθοδολογικά δεν
εξετάζει την μακροχρόνια
βιωσιμότητα με την
μέθοδο των χρηματικών
μονάδων υπολογίζοντας
ένα αναλογιστικό
έλλειμμα σε ευρώ, αλλά
ελέγχει την μακροχρόνια
βιωσιμότητα και
οικονομική ισορροπία με
την μέθοδο των δεικτών.
Και αυτό επειδή
θεωρητικά
και
εννοιολογικά
στην
Ευρώπη η
κοινωνική ασφάλιση
αποτελεί θεμελιώδες
δικαίωμα (Χάρτης
Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,
άρθρο 34) και το κράτος
είναι υποχρεωμένο
να
παρέχει
και
να
εγγυάται
την
κοινωνική ασφάλιση στους
πολίτες και γι’ αυτό
τον
θεμελιώδη
λόγο έχει
υποχρεωτικό
και
καθολικό
χαρακτήρα.
Στο πλαίσιο αυτό, η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
ελέγχει και παρακολουθεί
την πορεία της συνολικής
συνταξιοδοτικής δαπάνης
ως ποσοστό του ΑΕΠ,
θέτοντας ως
ανώτερο
όριο
το 16,2%.
Έτσι, σ’ ένα δημόσιο
συνταξιοδοτικό σύστημα
δεν έχει νόημα να
γνωρίζουμε ότι για
παράδειγμα στα επόμενα
50 έτη το έλλειμμα που
θα
καλυφθεί από τον Κρατικό
Προϋπολογισμό
θα
είναι 5 φορές το
σημερινό ΑΕΠ, γιατί σε
όλες τις χώρες θα
φαίνεται ένα τεράστιο
αριθμητικό ποσό που θα
προκαλεί, προφανώς,
προβληματισμό
και
ανησυχία.
Για παράδειγμα στη χώρα
μας το αναλογιστικό
έλλειμμα εκτιμάται
ότι
θα
είναι 850
δις ευρώ, δηλαδή περίπου
3,5 φορές το ΑΕΠ του
2025. Οπότε
προκύπτει
το
εξής ερώτημα:
είναι βιώσιμο το
κοινωνικο-ασφαλιστικό
σύστημα με αυτό το
αναλογιστικό έλλειμμα
της τάξης των 850 δις
ευρώ; Από την Έκθεση του
Ageing
Report
2024 η
απάντηση είναι ότι
το
κοινωνικο-ασφαλιστικό
σύστημα της χώρας
μας είναι
βιώσιμο δεδομένου
ότι μέχρι
το 2070 ο
δείκτης της
συνταξιοδοτικής δαπάνης
θα μειωθεί από
14,5% του ΑΕΠ το 2022
σε
12% του
ΑΕΠ το 2070. Δηλαδή, ο
δείκτης της
συνταξιοδοτικής δαπάνης
θα
διατηρηθεί
κάτω από το ανώτερο
όριο του 16,2%
του ΑΕΠ καθόλη
τη χρονική περίοδο 2022
– 2070.
Επίσης, σύμφωνα με την
Έκθεση της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής (Ageing
Report,
2024) η κρατική
χρηματοδότηση θα μειωθεί
από το 6,5% του ΑΕΠ στο
4,5% του ΑΕΠ.
Αντίστοιχα, στη διάρκεια
των 48 ετών 2022 – 2070
που το
κράτος θα χρηματοδοτήσει
το συνταξιοδοτικό
σύστημα με 850 δις ευρώ,
θα
παραχθεί
στην
ελληνική οικονομία
συνολικό
ΑΕΠ της τάξης των 15,5
τρις ευρώ. Δηλαδή, το
έλλειμμα του
κοινωνικο-ασφαλιστικού
συστήματος
στην
χώρα
μας που
θα πρέπει να
χρηματοδοτήσει το κράτος
μέχρι το 2070 θα
είναι το
5,2% του συνολικού
παραγόμενου προϊόντος.
Από αυτό αναδεικνύεται
ότι
τα 850 δις ευρώ που
φαίνεται ως
ένα έλλειμμα του
κοινωνικο-ασφαλιστικού
συστήματος
της
χώρας
μας,
που σε
όρους
μίας
απλοϊκής
προσέγγισης θα
οδηγήσει
την
ελληνική
οικονομία σε
χρεοκοπία,
η επιστημονική
και
η
τεχνική
ανάλυση
αναδεικνύει
ότι το
έλλειμμα αυτό θα είναι
μόλις το 5,2% του
παραγόμενου προϊόντος
της
ελληνικής
οικονομίας κατά
το
χρονικό
διάστημα
2022 – 2070.
Για αυτό τον λόγο η
έννοια του αναλογιστικού
ελλείμματος και του
«αφανούς χρέους» όπως
ονομάζεται, δεν έχει
κανένα ουσιαστικό νόημα
στη δημόσια υποχρεωτική
κοινωνική ασφάλιση,
δεδομένου
ότι έλεγχος
της βιωσιμότητας των
δημόσιων συνταξιοδοτικών
συστημάτων
πραγματοποιείται με την
μέθοδο των
δεικτών και συγκεκριμένα
με
τον
δείκτη
της συνταξιοδοτικής
δαπάνης ως προς το ΑΕΠ.
Τούτων
δοθέντων
η
εκτίμηση (2,5 δις ευρώ)
της επαναφοράς
της
13ης
σύνταξης
με
την
μέθοδο
των
χρηματικών
μονάδων
αποδεικνύεται
μεθοδολογικά
ότι εδράζεται
σε
λανθασμένο
υπόβαθρο. Αντίθετα
η
εκτίμηση
της
επαναφοράς
της
13ης
σύνταξης
στην
χώρα
μας
με
την
επικρατούσα
μεθοδολογικά
στην ευρωπαϊκή
βιβλιογραφία
και
την
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
μέθοδο
των
δεικτών
και
ειδικότερα
με
τον
δείκτη
της
συνταξιοδοτικής
δαπάνης
αναδεικνύει, σύμφωνα
με
σχετική
εργασία
μας,
ότι
θα
συμβάλλει,
κατά
μέσο
όρο
την
περίοδο
2025-2070,
στην
αύξηση
της
συνταξιοδοτικής
δαπάνης
κατά
1,1
ποσοστιαίες
μονάδες (Διάγραμμα).
Συγκεκριμένα
στο Διάγραμμα αποτυπώνεται
το
επίπεδο
της συνταξιοδοτικής
δαπάνης,
όπως έχει υπολογιστεί
από το Ageing
Working
Group
(AWG)
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
το 2024, η οποία από
13,7% του ΑΕΠ το 2025
μειώνεται σε 12% του ΑΕΠ
το 2070. Σημειώνεται
ότι
αυτός ο υπολογισμός
που
έχει γίνει από το
AWG
έχει
λάβει ως
υπόθεση εργασίας ότι η
αύξηση του ΑΕΠ
της χώρας μας θα
αυξάνεται ετησίως κατά
μέσο όρο την περίοδο
2030-2070 κατά 1,1%.
Η πορτοκαλί καμπύλη
του
Διαγράμματος αντιστοιχεί
στον ίδιο υπολογισμό του
AWG
2024 με την μόνη διαφορά
της
καταβολής και
της 13ης
σύνταξης. Όπως φαίνεται
από το Διάγραμμα η
συνταξιοδοτική δαπάνη
κατά μέσο όρο αυξάνεται
κατά 1,1 ποσοστιαία
μονάδα και το 2070
εκτιμάται στο 13% του
ΑΕΠ. Δηλαδή,
αναδεικνύεται
ότι η
συνταξιοδοτική δαπάνη
με
την
καταβολή
της
13ης
σύνταξης
είναι σημαντικά
χαμηλότερη από το
ανώτερο όριο της
συνταξιοδοτικής δαπάνης
του 16,2% του ΑΕΠ.
Άρα, στο ερώτημα εάν το
συνταξιοδοτικό σύστημα
στην
Ελλάδα
είναι μακροχρόνια
βιώσιμο με την
καταβολή
της 13ης σύνταξης
η
απάντηση είναι
καταφατική δεδομένου
ότι σε καμία χρονική
στιγμή για τα επόμενα 45
έτη ο δείκτης της
συνταξιοδοτικής δαπάνης
δεν
υπερβαίνει το
16,2% του
ΑΕΠ. Παράλληλα
εξετάσθηκε στην
εργασία
μας και
ένα σενάριο ευαισθησίας
προκειμένου
να
διερευνηθεί
το
επίπεδο της μέσης
ετήσιας
αύξησης
του
ΑΕΠ ώστε η
συνταξιοδοτική δαπάνη να
διατηρηθεί
το
2070 στο
12% του
ΑΕΠ και
να μην αυξηθεί στο 13%
του
ΑΕΠ
λόγω της καταβολής
της 13ης σύνταξης. Το
εύρημα
αυτής της
διερεύνησης
είναι ότι με
1,3% μέση ετήσια αύξηση
του ΑΕΠ αντί για 1,1%
που λαμβάνει υπόψη η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
αντισταθμίζεται το
δημοσιονομικό κόστος της
καταβολής
της 13ης σύνταξης.
Κατά συνέπεια
αποδεικνύεται από
την επιστημονική
και τεχνική
προσέγγιση ότι η
καταβολή της 13ης
σύνταξης δεν απειλεί την
μακροχρόνια βιωσιμότητα
και οικονομική ισορροπία
του συστήματος
κοινωνικής ασφάλισης
στην χώρα
μας δεδομένου ότι
ο δείκτης
συνταξιοδοτικής δαπάνης
ως προς το ΑΕΠ σε όλη τη
διάρκεια των προβολών
(2025-2070) δεν
υπερβαίνει το ανώτερο
όριο του 16,2% του
ΑΕΠ παρά μόνο αυξάνεται
κατά 1,1 ποσοστιαία
μονάδα κατά μέσο όρο.
Επιβάρυνση, η οποία
μπορεί να αντισταθμιστεί
με μία μέση ετήσια
αύξηση του ΑΕΠ κατά
μόλις 0,2 ποσοστιαίες
μονάδες από το 1,1% στο
1,3%.
*Των Σάββα Γ.
Ρομπόλη Ομότ. Καθηγητή
Παντείου Πανεπιστημίου,
Βασίλειου Γ.
Μπέτση Δρ. Παντείου
Πανεπιστημίου
|