|
Φτάνουµε στο θλιβερό
σήµερα όταν όλοι έχουµε
πια πεισθεί ότι
προκειµένου να
αναδειχθεί στην προεδρία
ο Νικολά Σαρκοζί, έγιναν
ανίερες συµµαχίες µε
ισλαµιστές, ακόµα και µε
τροµοκράτες: αν και το
µαχητικά ισλαµοφιλικό
Mediapart δεν βλέπει το
σκάνδαλο διαφθοράς µέσα
από αυτό το πρίσµα, το
σίγουρο είναι πως η
διαπλοκή αφορούσε
πολιτικούς, µεσάζοντες,
κρατικούς αξιωµατούχους
και offshore δίκτυα στα
οποία συµµετείχαν Λίβυοι
επιχειρηµατίες και µέλη
του περιβάλλοντος του
Μουαµάρ Καντάφι. Εξίσου
σίγουρο είναι ότι, αν
και η εισαγγελία και
µεγάλο µέρος του
δικαστικού σώµατος
πρόσκεινται στην
αριστερά και σιχαίνονται
τον Σαρκοζί, η
συσσώρευση υποθέσεων
γύρω από το όνοµά του
(Bygmalion, Bismuth,
λιβυκή χρηµατοδότηση:
εξηγώ παρακάτω…)
δηµιουργεί σαφή εικόνα
συστήµατος διαφθοράς,
όχι µεµονωµένων
ατυχηµάτων ή διαβολικών
συµπτώσεων. Ο Νικολά
Σαρκοζί χρησιμοποίησε
λιβυκά κεφάλαια για να
ενισχύσει την
προεκλογική του
εκστρατεία το 2006 και
επιχείρησε, µέσω
συστήµατος πλαστών
τιµολογίων µε την
εταιρεία επικοινωνίας
Bygmalion, να αποκρύψει
τις υπερβάσεις δαπανών
της δεύτερης
προεκλογικής του
εκστρατείας για τις
προεδρικές εκλογές του
2012 (τις οποίες έχασε),
ενώ ο δικηγόρος του, ο
Thierry Herzog, άνοιξε
για λογαριασµό του µια
τηλεφωνική γραµµή στο
όνοµα «Paul Bismuth», µε
σκοπό να παρακαµφθεί η
αστυνοµική
παρακολούθηση. Μέσω
αυτής της γραµµής, ο
Σαρκοζί και ο Herzog
δωροδόκησαν τον ανώτατο
δικαστή του Ακυρωτικού
Δικαστηρίου Gilbert
Azibert, ώστε να τους
πληροφορεί για τις
προετοιμαζόμενες
δικαστικές έρευνες εις
βάρος τους. Ως
αντάλλαγµα, ο Σαρκοζί
δεσµεύτηκε να βοηθήσει
τον Azibert να αποκτήσει
θέση στο ανώτατο
δικαστήριο του Μονακό:
τώρα, εκτίει ποινή σε
κατ' οίκον περιορισµό
και ηλεκτρονική
επιτήρηση (βραχιολάκι).
Να
λοιπόν τι συνέβη τις
τελευταίες µέρες. Η
υπόθεση του χρηματισμού
από τον Καντάφι στην
οποία εµπλέκονται άλλοι
δέκα κατηγορούµενοι,
εκδικάστηκε στο Εφετείο
του Παρισιού. Στο τέλος
µιας τριήµερης αγόρευσης
στη δίκη που είχε
αρχίσει στις 16 Μαρτίου,
οι τρεις αναπληρωτές
εισαγγελείς πρότειναν
ποινές για τους έντεκα
κατηγορουµένους,
ζητώντας για τον Νικολά
Σαρκοζί ποινή φυλάκισης
7 ετών, πρόστιµο 300.000
ευρώ και στέρηση
πολιτικών δικαιωµάτων.
Στην αγόρευσή του, ο
εισαγγελέας Rodolphe
Joly-Birmann χαρακτήρισε
τον πρώην πρόεδρο
«άνθρωπο που κινεί τα
νήµατα, συσπειρώνει την
εγκληµατική οργάνωση
γύρω του και εκτίθεται
όσο το δυνατόν
λιγότερο», προσθέτοντας
ότι «η συµπεριφορά του
έχει διαταράξει σοβαρά
τη δηµόσια
τάξη». Πρωτοδίκως, ο
Σαρκοζί είχε κριθεί
ένοχος για εγκληµατική
συνωµοσία, είχε
καταδικαστεί σε 5 χρόνια
φυλάκιση και είχε
οδηγηθεί στις φυλακές
της Santé στο Παρίσι
ώσπου το Εφετείο έκανε
δεκτό το αίτηµά του για
αποφυλάκιση. Τώρα η
κράτησή του φαίνεται
πιθανή στη θεωρία, αλλά
απίθανη στην πράξη
επειδή, σύµφωνα µε τον
νόµο της Rachida Dati
της 24ης Νοεµβρίου 2009
(άρθρο 729 του Κώδικα
Ποινικής Δικονοµίας), αν
ο καταδικασθείς είναι
άνω των 70 ετών (ο
Σαρκοζί είναι 71),
µπορεί να υποβάλει
αίτηση για υπό όρους
αποφυλάκιση αµέσως µόλις
απαγγελθεί η ποινή του
—αντί εφόσον θα έχει
εκτίσει το ήµισυ της
ποινής, όπως συµβαίνει
µε τους νεότερους
κρατουµένους. Αυτή η υπό
όρους αποφυλάκιση µπορεί
να παραχωρηθεί «υπό την
προϋπόθεση ότι
διασφαλίζεται η ένταξή
του ή η επανένταξή του
[...] εκτός από
περιπτώσεις σοβαρού
κινδύνου υποτροπής ή εάν
η αποφυλάκιση αυτή είναι
πιθανό να προκαλέσει
σοβαρή διατάραξη της
δηµόσιας τάξης».
Όµως, δεν έχουµε φτάσει
ακόµα εκεί: η εισαγγελία
είναι µόνο µια πτυχή στη
δίκη· οι δικηγόροι του
πρώην προέδρου, που θα
αναπτύξουν τα
επιχειρήµατά τους στις
27 Μαΐου, ίσως
ανατρέψουν την
κατάσταση. Οι δικηγόροι
θα ζητήσουν αθώωση,
ισχυριζόµενοι ότι ούτε
στην προεκλογική του
εκστρατεία ούτε στα
περιουσιακά του στοιχεία
βρέθηκαν ίχνη λιβυκών
χρηµάτων. Από την πλευρά
τους, οι εισαγγελείς
επιµένουν ότι το
2005-2007, όταν ο
Σαρκοζί ήταν Υπουργός
Εσωτερικών, πρόεδρος του
κεντροδεξιού κόµµατος
UMP και φερόµενος ως
υποψήφιος για τις
προεδρικές εκλογές,
επέτρεψε στους στενούς
συνεργάτες του, Claude
Guéant και Brice
Hortefeux, καθώς και σε
ανεπίσηµους µεσάζοντες
όπως ο Λιβανέζος
επιχειρηµατίας Ziad
Takieddine (που απεβίωσε
στις 23 Σεπτεµβρίου 2025
στη Βηρυτό), να ενεργούν
εξ ονόµατός του για να
εξασφαλίσουν λιβυκή
χρηµατοδότηση για την
εκστρατεία του για τις
προεδρικές εκλογές του
2007. Μια παρένθεση εδώ
για τον Takieddine:
επρόκειτο για έµπορο
όπλων, ο οποίος στη
δεκαετία του 1990,
έπαιξε ρόλο µεσάζοντα
στην πώληση γαλλικών
υποβρυχίων στο Πακιστάν
και φρεγατών στη
Σαουδική Αραβία. Μέρος
εκείνων των προµηθειών
διοχετεύθηκε παρανόµως
στη χρηµατοδότηση της
προεδρικής καµπάνιας του
Edouard Balladur το 1995
που κατέληξε σε φιάσκο
(άλλη μια τρελή
ιστορία…) Γι’ αυτή την
υπόθεση, ο Takieddine
καταδικάστηκε το 2020 σε
5 χρόνια φυλάκιση, αλλά,
στο µεταξύ, τίναξε στον
αέρα την πολιτική
καριέρα του Σαρκοζί,
οµολογώντας δηµοσίως ότι
µετέφερε 5 εκατοµµύρια
ευρώ σε µετρητά (µέσα σε
βαλίτσες) από τον
Μουαµάρ Καντάφι προς το
Υπουργείο Εσωτερικών της
Γαλλίας (όπου βρισκόταν
τότε ο Σαρκοζί) για την
καµπάνια του 2007. Το
2020, ενώ βρισκόταν υπό
δικαστική επιτήρηση στη
Γαλλία, διέφυγε στον
Λίβανο από όπου, σε
συνέντευξή του στο Paris
Match, ανακάλεσε τις
κατηγορίες του κατά του
Σαρκοζί. Αργότερα
ισχυρίστηκε ότι η
συνέντευξη ήταν προϊόν
πιέσεων και χρηµατισµού.
Η ουσία είναι ότι έγιναν
µυστικές συναντήσεις
τόσο στη Γαλλία όσο και
στη Λιβύη µε στενούς
συνεργάτες του Καντάφι,
ιδίως µε τον κουνιάδο
του, τον Abdallah
Senoussi, τον εγκέφαλο
πίσω από την βοµβιστική
επίθεση µε το UTA DC-10
το 1989 στην έρηµο
Τενερέ στον Νίγηρα κατά
την οποία είχαν σκοτωθεί
170 άνθρωποι
συµπεριλαµβανοµένων 54
Γάλλων πολιτών. Άλλη µια
παρένθεση εδώ για τον
Senoussi: ο Abdallah
Senoussi ήταν επικεφαλής
της υπηρεσίας
στρατιωτικών πληροφοριών
της Λιβύης και είναι
γνωστός ως η «µαύρη
κουκούλα» του
καθεστώτος. Εκτός από
την ανατίναξη της πτήσης
772 της εταιρείας UTA το
1989 που προανέφερα, του
αποδίδεται η σφαγή στη
φυλακή Αµπού Σαλίµ το
1996 (1.200-1.700 νεκροί
κρατούμενοι). Μετά την
πτώση του Καντάφι το
2011, η τύχη του
Senoussi έγινε action
movie: ο τύπος διέφυγε
από τη Λιβύη µε πλαστό
διαβατήριο και συνελήφθη
τον Μάρτιο του 2012 στη
Μαυριτανία. Παρότι τον
καταζητούσε το Διεθνές
Ποινικό Δικαστήριο και η
Γαλλία, η Μαυριτανία τον
εξέδωσε τελικά στη Λιβύη
τον Σεπτέµβριο του 2012
όπου καταδικάστηκε σε
θάνατο για εγκλήµατα
πολέµου κατά τη διάρκεια
της επονοµαζόµενης
Αραβικής Άνοιξης.
Ωστόσο, η ποινή δεν
εκτελέστηκε λόγω της
πολιτικής αστάθειας στη
χώρα και, απ’ όσο ξέρω,
ο Senoussi βρίσκεται στη
φυλακή Aλ-Χάµπα της
Τρίπολης —αλλά μπορεί
και όχι. Πάντως, η
κράτησή του αποτελεί
σηµείο τριβής µεταξύ των
διαφόρων φατριών στη
Λιβύη.
Εν
πάση περιπτώσει, σύµφωνα
µε την Εισαγγελία,
µεταφέρθηκαν στη Γαλλία
λιβυκά κεφάλαια µέσω
υπεράκτιων λογαριασµών
και σε µετρητά, µε
αντάλλαγµα παραχωρήσεις:
διπλωµατικές (επιστροφή
της Λιβύης στη διεθνή
σκηνή, πρόσκληση του
Καντάφι με ταρατατζούμ
στο Παρίσι τονΔεκέµβριο
του 2007, οικονοµικές
(δέσµευση για πυρηνικά
προγράµµατα για
ειρηνικούς σκοπούς) και,
προπάντων, νοµικές
(υπόσχεση άρσης του
διεθνούς εντάλµατος
σύλληψης κατά του
Senoussi, µετά την
καταδίκη του ερήµην σε
ισόβια κάθειρξη το 1999
από το ειδικό ορκωτό
δικαστήριο του
Παρισιού).
Όσο
για τον 81χρονο Claude
Guéant, τον άλλοτε
πανίσχυρο έµπιστο του
Σαρκοζί και υπουργό
Εσωτερικών, έχει ζητηθεί
ποινή φυλάκισης 6 ετών,
πρόστιµο 100.000 ευρώ
και δήµευση του
διαµερίσµατός του στο
16ο διαµέρισµα του
Παρισιού. Κρίθηκε ένοχος
σε πρώτο βαθµό για
πλαστογραφία, ξέπλυµα
χρήµατος µε επιβαρυντικά
στοιχεία, παθητική
αθέµιτη άσκηση επιρροής,
παθητική διαφθορά και
συµµετοχή σε εγκληµατική
οργάνωση. Με το
παρατσούκλι «ο
Καρδινάλιος» κατά την
περίοδο της ακµής του, ο
Guéant κατηγορείται ότι
συµµετείχε, µεταξύ 2005
και 2007, στην οργάνωση
της λιβυκής
χρηµατοδότησης της
εκστρατείας του µέντορά
του, συναντώντας τον
Abdallah Senoussi την 1η
Οκτωβρίου 2005 στην
Τρίπολη και κανονίζοντας
τις µεταφορές των
χρηµάτων. Κατηγορείται
επίσης ότι πλούτισε
προσωπικά λαµβάνοντας
500.000 ευρώ από τον
Alexandre Djouhri, έναν
άλλο ύποπτο
επιχειρηµατία και ειδικό
στο ξέπλυµα χρήµατος,
µέσω πλήθους µεσαζόντων
και υπεράκτιων
εταιρειών. Επίσης,
φέρεται να χρησιµοποίησε
πλαστά έγγραφα που
αποσκοπούσαν στο να
δώσουν την εντύπωση
νοµιµότητας στα έσοδά
του ισχυριζόμενος ότι
πούλησε δύο φλαµανδικούς
πίνακες ζωγραφικής —όμως
η τιμή φαινόταν
εξωφρενική. Κατά την
ανάκρισή του µετά την
έφεση, ο Guéant έκαψε
τον Σαρκοζί λέγοντας,
µέσω του δικηγόρου του,
ότι ο πρώην πρόεδρος δεν
µπορούσε να µην γνωρίζει
τη συνάντησή του µε τον
αιµοδιψή Senoussi. Ακόµα
χειρότερα: ανέφερε ότι
το αφεντικό του, κατά τη
διάρκεια ενός συµποσίου
που πραγµατοποιήθηκε
στην Τρίπολη στις 25
Ιουλίου 2007, µετά την
απελευθέρωση των
Βουλγάρων νοσοκόµων (που
είχαν κατηγορηθεί αδίκως
ότι µόλυναν επίτηδες
πάνω από 400 παιδιά µε
τον ιό HIV το 1998, στο
παιδιατρικό νοσοκοµείο
Eλ-Φατίχ της Βεγγάζης),
τον κάλεσε στο τραπέζι
του, παρουσία του
Καντάφι, για να του
ζητήσει να εξετάσει το
ενδεχόµενο άρσης του
εντάλµατος σύλληψης
εναντίον του Senoussi
(«Κλοντ, παιδί µου, δες
τι θα κάνεις µε τούτο»).
Για
τον Alexandre Djouhri, η
εισαγγελία ζητεί 6ετή
φυλάκιση και πρόστιµο 4
εκ. ευρώ: ο εισαγγελέας
τον χαρακτήρισε
«Σταχάνοφ της διαφθοράς»
και ζητεί ένταλµα
σύλληψής του. Ο
Γαλλοαλγερινός
επιχειρηµατίας ενήργησε
ως παράνοµος µεσάζων
µεταξύ των λιβυκών αρχών
και του στενού κύκλου
του Νικολά Σαρκοζί
πληρώνοντας 500.000 ευρώ
στον Claude Guéant για
να εξασφαλίσει
παρεµβάσεις εκ µέρους
του στην τότε EADS
(προµήθεια για την
πώληση αεροσκαφών Airbus
στη λιβυκή εταιρεία
Afriqiyah Airways) και
στο Υπουργείο
Προϋπολογισµού
(φορολογικό χρέος της
εταιρείας του, Aklal
BV). Θα κάνω άλλη µια
παρένθεση διότι όλα
τούτα εικονογραφούν τον
ιστό της αράχνης γύρω
από τον Σαρκοζί: ο
Γαλλο-αλγερινός
Alexandre Djouhri πέρασε
τα νιάτα του στο
περιθώριο του υποκόσµου
των παρισινών προαστίων,
τραυµατίστηκε από
σφαίρες το 1986 και στη
συνέχεια έγινε
διαµεσολαβητής σε µεγάλα
διεθνή συµβόλαια (νερό,
απόβλητα, πετρέλαιο,
όπλα) µέσω δικτύων της
Françafrique. Ήταν
κολλητός του Dominique
de Villepin επί
προεδρίας Σιράκ και στη
συνέχεια της παρέας του
Σαρκοζί. Συνόδευε τον
Claude Guéant σε
αποστολές στη Λιβύη και
Αλγερία. Ο Djouhri
δωροδόκησε τον Béchir
Saleh, διευθυντή του
γραφείου του Καντάφι,
καλύπτοντας τα έξοδά του
στο ξενοδοχείο Ritz στο
Παρίσι (60.000 ευρώ!),
ώστε το λιβυκό κρατικό
επενδυτικό ταµείο (LAP)
να αγοράσει τη βίλα του
στο Mougins σε
εξωφρενική τιµή. Η βίλα
πωλήθηκε τελικά το 2009
για περίπου 10 εκατ.
ευρώ στο λιβυκό ταµείο
που διοικούσε ο Béchir
Saleh. Ο Djouhri ξέπλυνε
τα έσοδα από αυτά τα
εγκλήµατα µέσω
πολύπλοκων οικονοµικών
σχηµάτων.
Πρωτοδίκως, κρίθηκε
ένοχος για ενεργητική
δωροδοκία προσώπου στο
οποίο είχε ανατεθεί
αποστολή δηµόσιας
υπηρεσίας (Claude
Guéant), για ενεργητική
άσκηση επιρροής, για
ενεργητική δωροδοκία
αλλοδαπού δηµόσιου
λειτουργού, για ξέπλυµα
χρήµατος µε επιβαρυντικά
στοιχεία ως µέλος
οργανωµένης οµάδας
(ψευδής αιτιολόγηση της
προέλευσης του
εισοδήµατος του Guéant,
ξέπλυµα χρήµατος από την
υπεξαίρεση δηµοσίων
κεφαλαίων µέσω της βίλας
στο Mougins) και για
συµµετοχή σε εγκληµατική
οργάνωση. Το ποινικό
δικαστήριο τον είχε
καταδικάσει σε 6 χρόνια
φυλάκιση µε ένταλµα
άµεσης κράτησής του,
αλλά αφέθηκε ελεύθερος
λίγες εβδοµάδες αργότερα
και η υπόθεση
παραπέµφθηκε στο
Εφετείο. Εξαετής
φυλάκιση και πρόστιµο 4
εκ. ευρώ ζητούνται
εναντίον του Béchir
Saleh al-Chargawi για τα
παραπάνω αδικήµατα και
για ξέπλυµα χρηµάτων
µέσω ελβετικών και
παναµέζικων τραπεζών. Οι
αρχικοί δικαστές τον
έκριναν ένοχο για
παθητική δωροδοκία
αλλοδαπού δηµόσιου
λειτουργού και
επιβαρυµένο ξέπλυµα
χρήµατος ως µέλος
οργανωµένης οµάδας και
τον καταδίκασαν σε 5
χρόνια φυλάκισης. Ο
Saleh, 79 ετών σήµερα,
καταζητείται: τελευταία
εθεάθη στο
Γιοχάννεσµπουργκ όπου
ζούσε από το 2013
περίπου. Σύµφωνα µε την
εφηµερίδα Le Canard
Enchaîné και
σενεγαλέζικα ΜΜΕ,
ενδέχεται να βρίσκεται
στη Σενεγάλη — κάτι που
ο δικηγόρος του
αρνείται. Ο Saleh έφυγε
από τη Γαλλία στις 3
Μαΐου 2012, με ιδιωτικό
αεροσκάφος Falcon 7X,
ναυλωµένο από τον
Djouhri, που απογειώθηκε
κρυφά από το αεροδρόµιο
του Bourget.
Ένα
άλλο πρόσωπο της
συμμορίας είναι ο Brice
Hortefeux, πρώην
υπουργός (Μετανάστευσης
και Εσωτερικών) και
φίλος του Νικολά
Σαρκοζί, που έχει
δικαστεί επίσης για
συµµετοχή σε εγκληµατική
οργάνωση και για
συνέργεια σε παράνοµη
χρηµατοδότηση
προεκλογικής
εκστρατείας: η
Εισαγγελία ζητεί ποινή
φυλάκισης 4 ετών, δύο εκ
των οποίων µε αναστολή,
µε το µη ανεσταλµένο
µέρος της ποινής να
µπορεί να εκτιθεί υπό
ηλεκτρονική
παρακολούθηση, καθώς και
πρόστιµο 50.000 ευρώ.
(Μέρος της ποινής έχει
ήδη εκτιστεί.) Οι
εισαγγελείς ζητούν ποινή
φυλάκισης 4 ετών και
πρόστιµο 2 εκ. ευρώ και
κατά του πρώην
Ελβετο-τζιµπουτιανού
τραπεζίτη Wahib Nacer. Ο
81χρονος διαχειριστής
περιουσιών είναι ύποπτος
ότι ενήργησε ως
οικονοµικός µεσάζων στο
σχέδιο ξεπλύµατος
χρήµατος που στήθηκε
προς όφελος του Claude
Guéant. Φέρεται να
παρείχε στον Alexandre
Djouhri, µέσω των
τραπεζικών λογαριασµών
του Σαουδάραβα µεγιστάνα
Khalid Bugshan, κανάλια
για την είσπραξη
προµηθειών, την ανάληψη
µετρητών και την πληρωµή
υπηρεσιών εκ µέρους του
Béchir Saleh και του
πρώην έµπιστού του,
Νικολά Σαρκοζί. Ο Nacer
εµπλέκεται επίσης στη
δικαιολόγηση της
προέλευσης των 500.000
ευρώ που καταβλήθηκαν
στον Claude Guéant και
για τη συµµετοχή στο
ξέπλυµα χρήµατος των
εσόδων από την
υπεξαίρεση δηµοσίων
κεφαλαίων µέσω της βίλας
στο Mougins (κοντά στις
Κάννες). Κρίθηκε ένοχος
για συνέργεια σε
ενεργητική και παθητική
άσκηση επιρροής και
καταδικάστηκε σε 4
χρόνια φυλάκιση µε άµεσο
ένταλµα σύλληψης που
εκδόθηκε από το
δικαστήριο. Αφέθηκε
ελεύθερος µετά από έναν
µήνα κράτησης στις 28
Οκτωβρίου 2025.
Ποινή φυλάκισης 2 ετών,
η οποία θα µπορούσε να
εκτιστεί σε κατ' οίκον
περιορισµό µε
ηλεκτρονική ετικέτα, και
πρόστιµο 150.000 ευρώ
έχουν ζητηθεί για τον
Thierry Gaubert, πρώην
στενό συνεργάτη του
Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος
αθωώθηκε σε πρώτο βαθµό.
Η εισαγγελία, η οποία
τον περιγράφει ως
«τακτικό στα
δικαστήρια», τον
υποψιάζεται ότι έλαβε
440.000 ευρώ τον
Φεβρουάριο του 2006 σε
λογαριασµό που ετηρείτο
στις Μπαχάµες, µέσω του
Ziad Takieddine. Τα
χρήµατα αυτά προέρχονταν
από λιβανέζικο
λογαριασµό τον οποίον
τροφοδοτούσαν λιβυκές
πηγές. Οµοίως, οι
εισαγγελείς ζήτησαν
δεκάµηνη ποινή φυλάκισης
µε αναστολή και πρόστιµο
3.000 ευρώ για τον Éric
Woerth, ο οποίος
διωκόταν για συνέργεια
σε αποδοχή παράνοµων
δωρεών για προεκλογική
εκστρατεία. Και αυτός
είχε αθωωθεί σε πρώτο
βαθµό. Ζητήθηκε επίσης η
επιβολή ποινής 3 ετών µε
αναστολή και πρόστιµο
150.000 ευρώ εναντίον
του Édouard Ullmo, ο
οποίος διώκεται για
ενεργητική διαφθορά
αλλοδαπού δηµόσιου
λειτουργού, εγκληµατική
συνωµοσία και ξέπλυµα
χρήµατος. Αυτό το πρώην
στέλεχος της Airbus
κατηγορείται ότι διέταξε
ή διευκόλυνε την
καταβολή 12 εκατοµµυρίων
ευρώ σε κρυφές
προµήθειες σε µεσάζοντες
(συµπεριλαµβανοµένου του
Alexandre Djouhri) για
την πώληση 12 αεροσκαφών
στη Λιβύη το 2006. Με
λίγα λόγια, ο κύκλος του
Σαρκοζί, ο οποίος
ανέκαθεν περιελάμβανε
τυχοδιώκτες,
πολυεκατομυριούχους,
διεφθαρμένους πολιτικούς
(εκτός των
προαναφερθέντων, τον
επίσης καταδικασθέντα
Patrick Balkany) και
φτηνές διασημότητες όπως
είναι η ίδια η σύζυγός
του, Carla Bruni,
συνεχίζει μια μακρά
παράδοση παρανομιών.
Αλλά κάθε φορά, οι
ένοχοι πιστεύουν πως θα
είναι οι πρώτοι που θα
ξεφύγουν από την
τσιμπίδα του νόμου.
Σώτη Τριανταφύλλου
(Athens Voice)
|