|
Συγκρίνοντας τους πολέμους
στους οποίους εμπλέκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες
και η Ρωσία, δύο σημεία έχουν ιδιαίτερη σημασία:
πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλέκονται de
facto στον πόλεμο της Ουκρανίας και δεύτερον, η
Ρωσία διεξάγει έναν πόλεμο που αντιλαμβάνεται ως
υπαρξιακή απειλή, γεγονός που σημαίνει ότι δεν
είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί τίποτε λιγότερο
από τη νίκη, με τη μία ή την άλλη μορφή. Στην
ουσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες πολεμούν σε δύο
πολέμους, η Ρωσία σε έναν, ενώ η Ινδία και η
Κίνα σε κανέναν. Αυτή η κατανομή πολεμικής
εμπειρίας συνδέεται άμεσα με την πορεία αυτών
των χωρών στο διεθνές σύστημα. Με αυτή την
έννοια, οι προσδοκίες σχετικά με τον χρόνο – αν
δηλαδή το μέλλον θεωρείται ευνοϊκό ή απειλητικό
– καθίστανται ένας κεντρικός παράγοντας που
διαμορφώνει τη στρατηγική συμπεριφορά.
Βία και η συμπίεση του
χρόνου
«Δεν μπορούσα να συγκρατηθώ
– τον χτύπησα», λέμε συχνά. Αυτό που συνήθως
εννοούμε είναι ότι χάσαμε την πίστη πως με άλλα
μέσα θα πετυχαίναμε τελικά αυτό που θέλαμε. Αυτά
τα άλλα μέσα, όμως, απαιτούν χρόνο – πολύ
περισσότερο από αυτόν που χρειάζεται για να
ρίξει κανείς μια γροθιά. Εκείνη τη στιγμή
εγκαταλείπουμε την υπομονή και την πεποίθηση ότι
ο χρόνος θα λειτουργήσει υπέρ μας. Η βία γίνεται
ένας τρόπος συμπίεσής του, ένας τρόπος να
επιτύχουμε άμεσα αυτό που δεν εμπιστευόμαστε
πλέον ότι θα προκύψει μέσα από σταδιακές
διαδικασίες. Υπό αυτή την έννοια, η βία
αντανακλά μια απώλεια εμπιστοσύνης στον ίδιο τον
χρόνο.
Μια παρόμοια δυναμική
μπορεί να εμφανιστεί και στην εξωτερική
πολιτική. Όταν ένα κράτος χάνει την εμπιστοσύνη
του ότι το πέρασμα του χρόνου θα οδηγήσει σε
αποτελέσματα ευνοϊκά για τα συμφέροντά του,
αισθάνεται την ανάγκη να δράσει άμεσα. Η
παρέμβαση γίνεται τότε μια προσπάθεια να
μεταβληθεί η πορεία των εξελίξεων – να
συμπιεστεί ο χρόνος και να διακοπούν διαδικασίες
που, αν αφεθούν να εξελιχθούν, θα μπορούσαν να
οδηγήσουν σε μια ανεπιθύμητη ισορροπία ισχύος.
Από αυτή την οπτική,
ορισμένες στρατηγικές ενέργειες μπορούν να
ερμηνευθούν ως προσπάθειες προληπτικής
διαμόρφωσης του μέλλοντος. Αν η Ρωσία αφεθεί να
συνεχίσει την πορεία της, θα μπορούσε
ενδεχομένως να επανεμφανιστεί ως μεγάλη δύναμη
στο διεθνές σύστημα. Μια ερμηνεία της
αμερικανικής πολιτικής σε σχέση με τον πόλεμο
στην Ουκρανία, είναι επομένως ότι επιδιώκει να
επιβάλει μια στρατηγική ήττα στη Ρωσία, πριν
αυτή η πορεία της ολοκληρωθεί. Κατά τον ίδιο
τρόπο, αν το Ιράν συνεχίσει να λειτουργεί με το
σημερινό του καθεστώς και τη σημερινή
περιφερειακή του στρατηγική, η μακροπρόθεσμη
φιλοδοξία του Ισραήλ να διατηρήσει την κυριαρχία
στη Μέση Ανατολή, θα ήταν ολοένα και δυσκολότερο
να επιτευχθεί.
Στρατηγικοί υπολογισμοί και
λανθασμένες εκτιμήσεις
Με μια τέτοια ανάγνωση των
γεγονότων, οι επιθετικές ενέργειες των Ηνωμένων
Πολιτειών και η χρήση βίας εμφανίζονται ως ένα
λογικό συμπέρασμα. Ωστόσο, τρεις σημαντικές
παράμετροι πρέπει να ληφθούν υπόψη. Πρώτον, το
συμπέρασμα αυτό ισχύει μόνο εάν η πρωτοκαθεδρία
και η κυριαρχία αποτελούν πράγματι τους τελικούς
στόχους. Δεύτερον, μια τέτοια πορεία μπορεί να
είναι βιώσιμη εφόσον εντάσσεται σε ένα συνεκτικό
μακροπρόθεσμο στρατηγικό πλαίσιο. Τρίτον, η
βιωσιμότητά της εξαρτάται τελικά από το κατά
πόσο οι τρέχουσες στρατηγικές εκτιμήσεις για την
ισορροπία ισχύος είναι ακριβείς.
Η περίπτωση της Ρωσίας
έδειξε ότι ορισμένες στρατηγικές εκτιμήσεις
σχετικά με την ισορροπία ισχύος ήταν
λανθασμένες. Αντίθετα με πολλές αρχικές
προσδοκίες, ο πόλεμος δεν οδήγησε στη στρατηγική
ήττα της Ρωσίας, την οποία είχαν προβλέψει
αρκετές δυτικές αναλύσεις. Η Ρωσία είχε ήδη
επανεμφανιστεί ως μεγάλη δύναμη και κατάφερε να
διατηρήσει τη θέση της, αντιστεκόμενη και
επιτιθέμενη, σε έναν πόλεμο που αποσκοπούσε, εν
μέρει, στη στρατηγική αποδυνάμωσή της.
Από την πλευρά των
υπευθύνων λήψης αποφάσεων, η χρήση βίας φαινόταν
αρχικά λογική, με βάση τις στρατηγικές
εκτιμήσεις που ήταν διαθέσιμες εκείνη τη στιγμή.
Ωστόσο, αυτές οι εκτιμήσεις αποδείχθηκαν τελικά
εσφαλμένες. Αυτό αναδεικνύει ένα ευρύτερο
συμπέρασμα: η χρήση βίας μπορεί να φαίνεται
ορθολογική μέσα σε ένα συγκεκριμένο στρατηγικό
πλαίσιο – έως ότου αποδειχθεί ότι οι υποκείμενες
παραδοχές σχετικά με την ισχύ και τις
δυνατότητες ήταν λανθασμένες.
Πρωτοκαθεδρία, δολάριο και
διαρθρωτική προσαρμογή
Μία από τις σημαντικότερες
εκφάνσεις της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας είναι
ο παγκόσμιος ρόλος του δολαρίου. Αυτό εγείρει το
επιπλέον ερώτημα για το πώς θα μπορούσε μια
ολοένα και πιο επιθετική εξωτερική πολιτική να
επηρεάσει τα θεμέλια αυτής της νομισματικής
κυριαρχίας.
Παρά το γεγονός ότι οι
Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσωπεύουν περίπου το
14–15% της παγκόσμιας παραγωγής σε όρους
ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης (PPP) και μόλις
το 8,5% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών, τα
νομίσματα που είναι αγκυρωμένα στο δολάριο
αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα του παγκόσμιου ΑΕΠ,
ενώ το μερίδιο του δολαρίου στα επίσημα
συναλλαγματικά αποθέματα ανέρχεται σε περίπου
58%. Η ασυμμετρία αυτή καταδεικνύει την
εξαιρετική συστημική θέση που κατείχε ιστορικά
το αμερικανικό νόμισμα στη διεθνή
χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική. Ωστόσο, καθώς το
σχετικό βάρος της αμερικανικής οικονομίας
μειώνεται σταδιακά, το χάσμα μεταξύ του
οικονομικού μεριδίου των Ηνωμένων Πολιτειών και
του παγκόσμιου ρόλου του νομίσματός τους
καθίσταται ολοένα δυσκολότερο να διατηρηθεί.
Σημάδια προσαρμογής είναι
ήδη ορατά. Ένας αυξανόμενος αριθμός κρατών
διερευνά εναλλακτικούς μηχανισμούς διακανονισμού
συναλλαγών, επεκτείνει τη χρήση εθνικών
νομισμάτων στο εμπόριο και διαφοροποιεί τα
συναλλαγματικά του αποθέματα. Αν και αυτές οι
εξελίξεις παραμένουν περιορισμένες και
γεωγραφικά ασύμμετρα κατανεμημένες, υποδηλώνουν
ότι τα θεμέλια της κυριαρχίας του δολαρίου δεν
είναι πλέον αδιαμφισβήτητα.
Σε αυτό το περιβάλλον
σταδιακής διαρθρωτικής «αποδολαριοποίησης», η
θέση του δολαρίου δεν στηρίζεται μόνο στο
μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας αλλά και
στις αντιλήψεις περί σταθερότητας, αξιοπιστίας
και συστημικής ηγεσίας. Αν η διάβρωση της
κυριαρχίας του δολαρίου ήταν απλώς συγκυριακή,
μια πιο επιθετική γεωπολιτική στάση θα μπορούσε
ενδεχομένως να αποκαταστήσει τον κεντρικό του
ρόλo. Αν όμως η μεταβολή είναι διαρθρωτική –
αντανακλώντας βαθύτερες αλλαγές στην παγκόσμια
κατανομή της οικονομικής ισχύος – τότε η
γεωπολιτική και στρατιωτική αστάθεια είναι
πιθανότερο να επιταχύνει αυτή την αναπροσαρμογή
παρά να την αναστρέψει, αποδυναμώνοντας τις
συνθήκες που στηρίζουν το λεγόμενο «υπερβολικό
προνόμιο» του δολαρίου.
Χρόνος και ιεραρχία στο
διεθνές σύστημα
Από τις 3+1 μεγάλες
δυνάμεις του διεθνούς συστήματος, οι Ηνωμένες
Πολιτείες είναι η μόνη που χρησιμοποιεί
ταυτόχρονα, τη βία επιθετικά – παραβιάζοντας την
κυριαρχία άλλων κρατών – πολύ πέρα από την άμεση
γεωγραφική της περιφέρεια και έξω από
οποιαδήποτε εύλογη σφαίρα επιρροής και χωρίς να
αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή από τους
αντιπάλους που έχει πλήξει. Η Ρωσία, αντίθετα,
πληροί μόνο ένα από αυτά τα κριτήρια.
Η επιθετική εξωτερική
πολιτική και η λογική του χρόνου λειτουργούν
προς αντίθετες κατευθύνσεις. Οι άλλες μεγάλες
δυνάμεις έχουν ισχυρά κίνητρα να παραμείνουν
υπομονετικές και να συνεχίσουν τις τωρινές
πορείες τους. Ωστόσο, αυτές οι πορείες, ακόμη
και στη ρητορική των ίδιων των δυνάμεων,
δείχνουν προς μια σχετική υποχώρηση της
αμερικανικής ισχύος.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι
προσπάθειες να μεταβληθεί η υφιστάμενη
πραγματικότητα μέσω της χρήσης βίας μοιάζουν με
μια προσπάθεια συμπίεσης του χρόνου – μια
προσπάθεια να αποκτηθεί στρατηγικό πλεονέκτημα
γρήγορα, πριν οι συστημικές τάσεις εκδηλωθούν
πλήρως.
Ωστόσο, αν η υποχώρηση
είναι διαρθρωτική και όχι συγκυριακή, η χρήση
βίας δύσκολα μπορεί να την αναστρέψει. Αντί να
αλλάξει την πορεία των εξελίξεων, μπορεί τελικά
να την επιταχύνει. Αρνούμενες να προσαρμοστούν ή
να συνάψουν σχέσεις συνεργασίας με ανερχόμενους
ανταγωνιστές, οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύουν
να μετατρέψουν τον χρόνο από σύμμαχο των
αντιπάλων τους, σε δικό τους αντίπαλο.
* Μηχανικός ορυκτών
πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής
|