|
Παράλληλα, η μείωση του ποσοστού ανεργίας
αυξάνει την πίεση για υψηλότερο κατώτατο μισθό.
Η
διπλή κρίση στην αγορά πετρελαίου πριν από το
1980 οδήγησε σε μεγάλες ετήσιες απώλειες του
κατώτατου μισθού άνω του 10% σε σχέση με τις
αντοχές της ελληνικής οικονομίας. Τις
συγκεκριμένες απώλειες «έσβησαν», και με το
παραπάνω (μέχρι και 14,4%), οι μισθολογικές
αυξήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου από το 1982 και
μετά.
Αυτό αποδείχθηκε προβληματικό, οδηγώντας σε
υποτίμηση της δραχμής το 1983 αλλά και το 1985
προκειμένου να ανακάμψει, κάπως, η
ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.
Στη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης και
αμέσως μετά (την περίοδο 2009-2011, δηλαδή) ο
κατώτατος μισθός υπερέβη μέχρι και 9,4% τις
οικονομικές μας αντοχές.
Μετά το 2015, παρατηρούμε μεγάλη «διόρθωση» του
κατώτατου μισθού κάτω από τις οικονομικές μας
αντοχές μέχρι και 5,3%. Τη διετία 2023-2024, ο
κατώτατος μισθός κατέγραψε συνολικές απώλειες
2,5%. Η αύξηση, το 2025, του κατώτατου μισθού
(μόλις) κατά 0,4% υπεράνω των δυνατοτήτων της
ελληνικής οικονομίας αντικατοπτρίζει τη
ρεαλιστική απόφαση της κυβέρνησης να καλύψει
μέρος των απωλειών της διετίας 2023-2024.
Η
αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,5% το 2026
δείχνει γενναιόδωρη καθώς υπερβαίνει τον
αναμενόμενο (από την Τράπεζα της Ελλάδος)
πληθωρισμό της τάξης του 3,1%. Ομως, η ιστορία
διδάσκει. Η κρίση πετρελαίου τη δεκαετία του
1970 συμπίεσε δραματικά τον κατώτατο μισθό σε
σχέση με τις οικονομικές μας αντοχές.
Η
επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ
στο Ιράν και η ανοδική τιμή του πετρελαίου
«προμηνύουν», λοιπόν, σημαντικές απώλειες του
κατώτατου μισθού σε σχέση με την περαιτέρω
«έκρηξη» του πληθωρισμού.
*Ο
κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής στο Τμήμα
Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής,
University
of
Liverpool.
**
Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της
Κυριακής
|