|
Κατά την άποψή μου, ο
λόγος για τον οποίο η
Τ.Ν. έχει αρχίσει ήδη να
επιδρά στην
καθημερινότητά μας είναι
γιατί η ανάπτυξή της.
δεν περιορίζεται σε μια
επιστημονική προσπάθεια
δημιουργίας καλύτερου
λογισμικού από μικρές
ομάδες χαρισματικών
προγραμματιστών και
μηχανικών Η/Υ όπως
συνέβαινε έως τώρα. Σε
πλήρη ρήξη με τις
πρακτικές του
παρελθόντος, η ανάπτυξη
και η χρήση των
εφαρμογών Τ.Ν.
προϋποθέτουν την ύπαρξη
–χωρίς καμία διάθεση
υπερβολής– κολοσσιαίων
υποδομών. Οι υποδομές
αυτές σχετίζονται με την
κατασκευή γιγάντιων
υπολογιστικών κέντρων,
απαιτούν μεγάλες
ποσότητες ηλεκτρικής
ενέργειας, δηλαδή νέες
εγκαταστάσεις για
ανανεώσιμες πηγές και
νέους
ηλεκτροπαραγωγικούς
σταθμούς φυσικού αερίου,
δίκτυα μεταφοράς
ενέργειας, προμήθεια
προηγμένων
μικροεπεξεργαστών και
πολλά άλλα. Καθώς λοιπόν
η ανάπτυξη της Τ.Ν.
συνδέεται με έναν
τεράστιο όγκο δαπανών
για φυσικές υποδομές και
κατασκευές, οποιοσδήποτε
κλάδος συνδέεται, έστω
και έμμεσα, με την
υποστήριξη της Τ.Ν.
βρίσκεται σε αναπτυξιακή
τροχιά. Στον αντίποδα,
όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι
της οικονομίας
βρίσκονται σε κατάσταση
στασιμότητας.
Αυτοί οι δύο παράγοντες
(συν τις αναπόφευκτες
στην εποχή μας αμυντικές
δαπάνες) επηρεάζουν κατά
κύριο λόγο τις
εξελίξεις, κατά πρώτον
στις ΗΠΑ και
δευτερευόντως στην
Ευρωζώνη. Στην περίπτωση
του πληθωρισμού οι δύο
από αυτές τις δυνάμεις
λειτουργούν συνδυαστικά
και ομόρροπα, ωθώντας
τις τιμές σε συνεχώς
υψηλότερα επίπεδα.
Αντιθέτως, στην
περίπτωση της
οικονομικής ανάπτυξης
λειτουργούν αντίρροπα
καθώς οι επενδυτικές
δαπάνες λειτουργούν
επεκτατικά, ενώ η
περιορισμένη προσφορά
περιοριστικά. Το τελικό
αποτέλεσμα έχει προς το
παρόν θετικό πρόσημο
καθώς η ευνοϊκή επίπτωση
των επενδύσεων Τ.Ν.
υπερτερεί της αρνητικής
επίπτωσης του
περιορισμού της
προσφοράς.
Η κατανόηση του πλαισίου
αυτού και κυρίως η
διαφοροποίησή του έναντι
των προηγούμενων
οικονομικών κύκλων είναι
απαραίτητη προϋπόθεση
για την καλύτερη
κατανόηση του
προβληματισμού αναφορικά
με τις αποφάσεις των
Fed
και ΕΚΤ για αύξηση των
επιτοκίων. Αυτό
συμβαίνει γιατί σε
αντίθεση με ό,τι
περιγράψαμε ανωτέρω, σε
προηγούμενους
«κλασικούς» οικονομικούς
κύκλους οι πληθωριστικές
πιέσεις είχαν αφετηρία
την υπερβάλλουσα
κατανάλωση των
νοικοκυριών. Σε αυτές
τις περιπτώσεις οι
κεντρικές τράπεζες
αύξαναν τα επιτόκια με
σκοπό τη μείωση του
διαθέσιμου εισοδήματος,
την επιδείνωση των
προοπτικών απασχόλησης,
την αναβολή αποφάσεων
για αγορά κατοικίας και
διαρκών καταναλωτικών
αγαθών, δηλαδή τη μείωση
της ζήτησης για αγαθά
και υπηρεσίες. Ολα αυτά
οδηγούσαν σε αποθέρμανση
της οικονομίας και
επιβράδυνση του
πληθωρισμού κοντά στον
στόχο του 2%.
Η διαφοροποίηση της
τωρινής συγκυρίας έναντι
των κλασικών οικονομικών
κύκλων εντοπίζεται στο
γεγονός ότι οι δύο
γενεσιουργοί παράγοντες
των πληθωριστικών
πιέσεων, δηλαδή η
περιορισμένη προσφορά
και οι επενδύσεις Τ.Ν.,
βρίσκονται εκτός του
ελέγχου της Fed
και της ΕΚΤ και συνεπώς
δεν πρόκειται να
επηρεαστούν από την
αύξηση των επιτοκίων.
Δεδομένου λοιπόν ότι
αυτό το κομμάτι των
τιμών θα παραμείνει
υψηλό, προκειμένου ο
συνολικός πληθωρισμός να
επιβραδυνθεί στα επίπεδα
του 2%, θα πρέπει οι
υπόλοιποι τομείς της
οικονομίας, δηλαδή τα
νοικοκυριά, οι κλάδοι
κατασκευών ακινήτων και
υπηρεσιών καθώς και οι
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, να
υποστούν δυσανάλογα
μεγάλη επιδείνωση στην
οικονομική τους θέση και
δραστηριότητα. Η
επιδείνωση αυτή θα
προκαλέσει μεγαλύτερη
πτώση των τιμών στις
σχετιζόμενες κατηγορίες
αγαθών και υπηρεσιών, η
οποία με τη σειρά της θα
καταφέρει να υπερκεράσει
τις ανοδικές
πληθωριστικές πιέσεις
από ενέργεια και Τ.Ν.
Στην περίπτωση των ΗΠΑ,
όπου η οικονομία είναι
ισχυρή, η προσαρμογή
μπορεί να διαρκέσει
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα από όσο
υπολογίζουν οι αγορές.
Στην περίπτωση της
Ευρωζώνης, όπου οι
επενδύσεις Τ.Ν. είναι
πιο περιορισμένες, οι
επιπτώσεις μπορεί να
είναι πιο επώδυνες σε
όρους ΑΕΠ αλλά και η
αποκλιμάκωση του
πληθωρισμού ταχύτερη του
αναμενόμενου.
*Ο κ. Ηλίας Λεκκός είναι
επικεφαλής Οικονομικής
Ανάλυσης και Επενδυτικής
Στρατηγικής της Τράπεζας
Πειραιώς.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|