|
Πρωτίστως,
ο Κέβιν Γουόρς σηματοδοτεί μια καθαρή αλλαγή
καθεστώτος. Αλλαγή που αφορά μια σειρά κρίσιμων
ζητημάτων τα οποία σήμερα καθορίζουν την
ταυτότητα της
Fed,
καθώς ο νέος διοικητής έχει υπάρξει ιδιαιτέρως
κριτικός στον τρόπο που λειτουργεί σήμερα η
τράπεζα. Εχει μια πολύ ισχυρή θέση για τον
ισολογισμό της τράπεζας, ο οποίος σήμερα
βρίσκεται στα επίπεδα των 6,6 τρισ. δολ.,
μειωμένος βεβαίως από τα επίπεδα των σχεδόν 9
τρισ. δολ. κατά την περίοδο της πανδημίας. Η
περαιτέρω μείωση που πρεσβεύει θα σήμαινε ότι θα
άφηνε στα χέρια της κυβέρνησης τη διαχείριση ή
καλύτερα την τύχη του κυβερνητικού χρέους, μέσω
της μεγαλύτερης δυνατής απόσυρσης της
Fed
από τη δευτερογενή αγορά των κρατικών ομολόγων.
Σύμφωνα με τον νέο διοικητή, μια πλήρης αφοσίωση
στην επιτοκιακή πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει
κι έναν τερματισμό της λεγόμενης «νομισματικής
καθοδήγησης», η οποία άλλωστε περιορίζεται
αφεύκτως μέσω της περιστολής του ισολογισμού της
Fed. Περιλαμβάνει,
επίσης, και μια δραστική αλλαγή επικοινωνιακής
στρατηγικής της
Fed
σχετικώς με την πρόβλεψη των επιτοκίων, ακόμη
και από τα μέλη της
FOMC.
Οσον αφορά την ίδια τη
Fed,
η άποψη του νέου διοικητή συνοψίζεται στην
απόσυρση από τη λεγόμενη «monetary
dominance»,
δηλαδή την ισχυρή εξάρτηση των χρηματαγορών από
την υψηλή ρευστότητα στις αγορές που εξασφαλίζει
ένας υψηλός ισολογισμός (QE)
της
Fed.
Ακόμη, η αλλαγή καθεστώτος εστιάζει σε λιγότερο
προσωπικό, αλλά και σε περιορισμό στο στενό
αντικείμενο της εντολής που έχει η
Fed
από το Κογκρέσο με πλήρη απόσυρσή της από
ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και το ψηφιακό
δολάριο, αν και η διοίκηση Τζερόμ Πάουελ
ουδέποτε ήταν ενθουσιώδης σε σχέση με αυτά.
Ολα αυτά
βεβαίως είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών που
συζητούνται ήδη στην αμερικανική πρωτεύουσα και
ιδίως στους πολιτικούς κύκλους που σήμερα
επικρατούν εδώ και καιρό. Και οπωσδήποτε
διαθέτουν μια οικονομική λογική που είναι
αποδεκτή από σημαντική μερίδα κορυφαίων
οικονομολόγων. Περισσότερη σημασία, όμως, έχει η
αντίδραση των αγορών. Πράγματι οι αγορές είναι
θετικές στην επιλογή του νέου διοικητή και γι’
αυτό αρχικώς περιορίστηκε το λεγόμενο «debasement
trade»,
δηλαδή η φυγή από το δολάριο προς τα πολύτιμα
μέταλλα ως αντιστάθμισμα κινδύνου. Ομως μπροστά
του ο νέος διοικητής, ακόμη κι αν δεχθούμε την
άποψή του ότι η υψηλή παραγωγικότητα θα
καταπολεμήσει τον πληθωρισμό επιτρέποντας μια
ταχεία πτώση των επιτοκίων –και υποθέτοντας
ακόμη ότι θα έχει την πλειοψηφία στην
FOMC–,
έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά περίπλοκων
ζητημάτων με κυριότερο έναν πιθανό περιορισμό
της ρευστότητας στις βραχυπρόθεσμες πράξεις της
χρηματαγοράς (money
market
operations). Κρίσιμο
παράγοντα ιδίως στις περιπτώσεις σοβαρών
αναταράξεων ρευστότητας στο σύστημα, οι οποίες
μάλιστα θα απαιτήσουν για να περιοριστούν μια
παρεμβατική
Fed
με υψηλότερο ισολογισμό (!). Στην πραγματικότητα
ο νέος διοικητής θα έχει να αντιμετωπίσει ένα
τρίλημμα. Μόνο δύο επιλογές θα έχει μεταξύ ενός
μειωμένου ισολογισμού, μιας χαμηλής
ευμεταβλητότητας του βραχυπρόθεσμου επιτοκίου
και μιας περιορισμένης παρέμβασης στις αγορές.
Ολα αυτά τα
γνωρίζει ο ικανότατος τεχνοκράτης, τον οποίο
είχα την ευκαιρία να ακούσω στο
G-30,
στο περιθώριο των συναντήσεων του ΔΝΤ τον
περασμένο Απρίλιο. Το ζήτημα είναι πάντα η
αντίδραση των αγορών.
*Ο κ.
Θεόδωρος Πελαγίδης είναι καθηγητής στο
Πανεπιστήμιο Πειραιώς και υποδιοικητής της ΤτΕ.
** Το
άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της
Κυριακής.
|