|
Η
πολιτική, λοιπόν, της
πρόωρης αποπληρωμής του
ελληνικού δημόσιου
χρέους δεν είναι αυτό
που δηλώνει ότι είναι,
και είναι κάτι
σημαντικότερο από αυτό.
Είναι, πρώτον, δαπανηρή
και επομένως αξιόπιστη
σηματοδότηση μείωσης του
συστηματικού κινδύνου. Η
πράξη μεταφέρει
πληροφορία που δεν θα
μπορούσε να μεταφερθεί
με λόγια. Η αγορά έχει
ανταποκριθεί: το
ελληνικό δεκαετές
διαπραγματεύεται
φθηνότερα από το ιταλικό
από τον Μάιο του 2023
και φθηνότερα από το
γαλλικό από τον Ιούλιο
του 2025, με το
περιθώριο έναντι της
Γερμανίας σε χαμηλό
δεκαοκταετίας. Η
μετάδοση στο πραγματικό
κόστος χρηματοδότησης
είναι μετρήσιμη: το
κόστος στεγαστικού
δανεισμού των ελληνικών
νοικοκυριών είναι πλέον
χαμηλότερο από τον μέσο
όρο της ζώνης του ευρώ.
Συγχρόνως, εξομαλύνονται
οι συγκεντρώσεις λήξεων
2029–2041 και
προχρηματοδοτείται ο
«κρημνός» των
αναβαλλόμενων τόκων EFSF
μετά το 2032.
Είναι, δεύτερον, αγορά
διαπραγματευτικού
κεφαλαίου για το 2028
(ΠΔΠ 2028–2034, νέο
δημοσιονομικό πλαίσιο).
Χαμηλότερο αρχικό χρέος
σημαίνει ευνοϊκότερη
ανάλυση βιωσιμότητας,
άρα μικρότερο
απαιτούμενο διαρθρωτικό
πρωτογενές ισοζύγιο, άρα
υψηλότερο επιτρεπόμενο
ρυθμό αύξησης καθαρών
δαπανών. Και χαμηλότερο
χρέος με πλεόνασμα
σημαίνει δομική ασυλία
από τη μακροοικονομική
αιρεσιμότητα των Σχεδίων
Εταιρικής Σχέσης (ΠΔΠ
2028–2034).
Είναι, τρίτον, προϊόν
θεσμικής
υποχρεωτικότητας. Η
εξόφληση κεφαλαίου είναι
χρηματοοικονομική
συναλλαγή, αόρατη στον
δείκτη καθαρών δαπανών
που ελέγχεται.
Αντιθέτως, η πρόσθετη
εθνική επένδυση και η
μόνιμη φοροελάφρυνση
προσμετρώνται πλήρως. Η
κυβέρνηση δεν επιλέγει
μόνο την αποπληρωμή
έναντι της επένδυσης
επειδή η πρώτη αποδίδει
περισσότερο. Την
επιλέγει και διότι είναι
η μόνη χρήση που το
δημοσιονομικό πλαίσιο
επιτρέπει. Είναι,
δηλαδή, η δεύτερη
βέλτιστη λύση υπό
περιορισμό — που όμως,
με τον τρόπο αυτό,
διευκολύνει την άρση του
στο επόμενο
δημοσιονομικό πλαίσιο.
Συνολικά, η Ελλάδα
μετατρέπει ένα απόθεμα
ρευστότητας χαμηλής
απόδοσης σε μείωση της
πιθανότητας κακού
ισοδυνάμου, σε αξιόπιστο
σήμα και σε
διαπραγματευτική θέση.
Αυτή είναι η ουσία της
πολιτικής πρόωρης
αποπληρωμής του δημόσιου
χρέους: όχι μόνο ένα
κερδοφόρο
χρηματοοικονομικό
εγχείρημα, αλλά η
εξαγορά επιλογών και
αξιοπιστίας που θα
αξιοποιηθούν στην
επόμενη δεκαετία.
*Ο
Παναγιώτης Ε. Πετράκης
είναι Ομότιμος Καθηγητής
Οικονομικών Επιστημών,
Εθνικό και Καποδιστριακό
Πανεπιστήμιο Αθηνών / Οι
απόψεις που εκφράζονται
είναι του συγγραφέα και
όχι του ΚΕΠΕ
Πρώτη δημοσίευση στον
Οικονομικό Ταχυδρόμο
|