|
Η
αμερικανική απάντηση
ήρθε γρήγορα και σε
πολλά μέτωπα. Η
Ουάσιγκτον άρχισε να
πιέζει γεωοικονομικά
ευάλωτα σημεία της
Κίνας: τη Βενεζουέλα, ως
πηγή φθηνού πετρελαίου
προς το Πεκίνο· τον
Παναμά, όπου εταιρείες
κινεζικών συμφερόντων
ήλεγχαν κρίσιμες
λιμενικές υποδομές· τη
Γροιλανδία, στην είσοδο
των αρκτικών διαδρομών
προς τον Ατλαντικό· και,
κυρίως, το Ιράν και τα
Στενά του Ορμούζ, όπου
αναδείχθηκε η μεγαλύτερη
κινεζική τρωτότητα: η
ενεργειακή εξάρτηση από
θαλάσσιες ροές που η
Κίνα είναι ανίκανη να
διαχειριστεί.
Δεν
χρειάζεται να παραδεχτεί
κανείς αυτό που εγώ
υποστηρίζω, ότι δηλαδή
όλα αυτά αποτελούν μέρος
ενός άψογου στρατηγικού
σχεδιασμού. Στην
πολιτική όμως μετράει το
αποτέλεσμα, και εδώ το
αποτέλεσμα είναι σαφές:
η Ουάσιγκτον προσπαθεί
να διαπραγματευθεί από
θέση ισχύος. Η Κίνα
χρησιμοποιεί τη
βιομηχανική και
εφοδιαστική της υπεροχή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες
απαντούν με ενεργειακή,
τεχνολογική,
χρηματοπιστωτική και
ναυτική ισχύ.
Αυτό είναι το πραγματικό
πλαίσιο της συνόδου.
Πίσω από τα τεχνικά
ζητήματα —δασμούς,
κυρώσεις, εξαγωγικούς
περιορισμούς — βρίσκεται
μια βαριά γεωπολιτική
ατζέντα.
Το
πρώτο θέμα θα είναι το
εμπόριο. Εδώ η απόσταση
ανάμεσα στις εντυπώσεις
και την πραγματικότητα
είναι μεγάλη. Ο Τραμπ
θέλει να περιορίσει το
εμπορικό έλλειμμα των
ΗΠΑ με την Κίνα. Αυτό
όμως δεν μπορεί να
επιτευχθεί με τους όρους
και στον χρόνο που
επιδιώκει. Η Κίνα δεν
πρόκειται να αγοράζει
περισσότερα από τη Δύση
για να ισορροπήσει το
εμπορικό ισοζύγιο.
Επιδιώκει ακριβώς το
αντίθετο: να αγοράζει
λιγότερα, ενώ καθιστά
τον υπόλοιπο κόσμο
περισσότερο εξαρτημένο
από την κινεζική
βιομηχανική παραγωγή.
Αυτή είναι η λογική της
στρατηγικής «διπλής
κυκλοφορίας» (Dual
circulation strategy).
Έτσι, ο Τραμπ θα
επιχειρήσει να
παρουσιάσει συνήθεις
εμπορικές συναλλαγές ως
μεγάλη διαπραγματευτική
επιτυχία: κινεζικές
αγορές σόγιας,
αεροσκαφών Boeing και
αμερικανικού φυσικού
αερίου. Το Πεκίνο, που
δεν έχει λόγο να
κλιμακώσει τον εμπορικό
πόλεμο, θα προτιμήσει τη
διατήρηση της ανακωχής.
Ίσως ανακοινωθούν και
νέοι μηχανισμοί
διαλόγου, όπως ένα
εμπορικό συμβούλιο και
ένα επενδυτικό πλαίσιο
για τομείς χαμηλής
πολιτικής ευαισθησίας.
Θα έχουν συμβολική αξία
αλλά δεν θα αλλάξουν τις
δομικές αιτίες της
αντιπαράθεσης.
Το
δεύτερο θέμα είναι η
τεχνολογία. Εδώ δεν
μιλάμε για εμπόριο, αλλά
για ισχύ. Οι Ηνωμένες
Πολιτείες περιορίζουν τα
τελευταία χρόνια την
κινεζική πρόσβαση στους
προηγμένους ημιαγωγούς
που απαιτούνται για την
τεχνητή νοημοσύνη, την
υπερυπολογιστική ισχύ
και τις στρατιωτικές
εφαρμογές νέας γενιάς. Η
Κίνα απαντά με τον
έλεγχο σπάνιων γαιών και
κρίσιμων πρώτων υλών.
Και οι δύο πλευρές έχουν
καταλήξει στο ίδιο
συμπέρασμα: η
αλληλεξάρτηση δεν είναι
πλέον παράγοντας
σταθερότητας, αλλά
εργαλείο εκβιασμού. Η
παγκοσμιοποίηση
μετατρέπεται σε
οπλοποιημένη
αλληλεξάρτηση. Ο
πλανήτης κινείται
συνεπώς προς δύο
παράλληλα τεχνολογικά
οικοσυστήματα, με
διαφορετικά πρότυπα,
διαφορετικές αλυσίδες
εφοδιασμού και
διαφορετικούς κανόνες.
Καμία σύνοδος κορυφής
δεν μπορεί να
αντιστρέψει αυτή τη
δυναμική.
Το
τρίτο θέμα είναι το
Ιράν. Αν η τεχνολογία
είναι το κυριότερο πεδίο
ανταγωνισμού, το Ιράν
είναι το άμεσο ζήτημα
που απαιτεί διαχείριση.
Ο πόλεμος στον Κόλπο
διαμορφώνει συνεπώς το
γεωπολιτικό πλαίσιο της
συνάντησης. Η κατάσταση
παραμένει εξαιρετικά
εύθραυστη, η ανακωχή
καρκινοβατεί, η
κυκλοφορία στα Στενά του
Ορμούζ έχει διακοπεί ενώ
η Κίνα έχει συμφέρον
στην αποκατάσταση της
ομαλής ροής ενέργειας.
Το
Πεκίνο εξαρτάται από τον
Κόλπο για σημαντικό
μέρος των πετρελαϊκών
εισαγωγών του. Η κρίση
αύξησε το κόστος
ενέργειας, επέβαλε
ακριβότερη διαφοροποίηση
προμηθειών και
υπενθύμισε ότι τα
αποθέματα αγοράζουν
χρόνο αλλά δεν λύνουν το
πρόβλημα της ενεργειακής
επάρκειας. Ο Τραμπ θα
επιχειρήσει να
αξιοποιήσει την κινεζική
ενεργειακή τρωτότητα,
ζητώντας από τον Σι να
πιέσει την Τεχεράνη για
να απεμπολήσει το
πυρηνικό της πρόγραμμα
και για την
σταθεροποίηση των
ενεργειακών ροών με το
άνοιγμα των Στενών του
Ορμουζ.
Όμως τα περιθώρια είναι
περιορισμένα. Η Κίνα δεν
επιθυμεί στρατηγική ήττα
του Ιράν, διότι κάτι
τέτοιο θα αποδυνάμωνε
τον ευρασιατικό άξονα
Πεκίνου-Μόσχας-Τεχεράνης.
Λίγες ημέρες πριν από τη
σύνοδο, το Πεκίνο
προχώρησε μάλιστα σε
κίνηση υψηλού
συμβολισμού: μπλόκαρε
αμερικανικές κυρώσεις
κατά κινεζικών
διυλιστηρίων που
συνδέονται με αγορές
ιρανικού πετρελαίου. Η
Ουάσιγκτον θεωρεί αυτές
τις συναλλαγές
παράνομες. Το Πεκίνο τις
θεωρεί νόμιμες και τις
παρουσιάζει ως ζήτημα
κρατικής κυριαρχίας.
Πρόκειται για σύγκρουση
αρχών που δεν λύνεται
εύκολα στο τραπέζι των
διαπραγματεύσεων.
Τέταρτο και πέμπτο θέμα
είναι η Ιαπωνία και η
Ταϊβάν. Η δυναμική στάση
του Τόκιο υπό την
πρωθυπουργό Σανάε
Τακάιτσι ενοχλεί το
Πεκίνο όχι μόνο λόγω των
ιαπωνικών εξοπλισμών,
αλλά λόγω του μηνύματος
που εκπέμπει μέσω
“εμπρηστικών” δηλώσεων.
Μια Ιαπωνία που
επιχειρεί να
εξισορροπήσει την Κίνα
δείχνει σε Ινδία,
Βιετνάμ και Φιλιππίνες
ότι η κινεζική κυριαρχία
στην Ασία δεν είναι
αναπόφευκτη. Ο Σι
αναμένεται να θέσει το
ζήτημα της ιαπωνικής
«αποσταθεροποιητικής»
συμπεριφοράς αλλά δεν
είναι πιθανό να πάρει
ικανοποιητική απάντηση.
Για την Ουάσιγκτον, η
Ιαπωνία δεν είναι
πρόβλημα. Είναι
στρατηγικό πλεονέκτημα.
Στην καρδιά όμως της
αντιπαράθεσης βρίσκεται
η Ταϊβάν. Ο κίνδυνος εδώ
δεν βρίσκεται σε μια
επίσημη αλλαγή της
αμερικανικής πολιτικής,
αλλά σε μια ενδεχόμενη
ρητορική μετατόπιση. Στη
διπλωματία, οι λέξεις
έχουν μεγάλη βαρύτητα.
Άλλο πράγμα σημαίνει ότι
οι ΗΠΑ «δεν
υποστηρίζουν» την
ανεξαρτησία της Ταϊβάν
και άλλο ότι
«αντιτίθενται» σε αυτήν.
Άλλο η «ειρηνική
επίλυση» των διαφορών
στα Στενά της Ταιβαν και
άλλο η «ειρηνική
επανένωση». Ο Τραμπ,
λιγότερο προσκολλημένος
στις αποχρώσεις της
διπλωματικής γλώσσας,
ενδέχεται να κάνει
τέτοιες ρητορικές
μετατοπίσεις αναζητώντας
ανταλλάγματα αλλού. Αυτό
αρκεί για να προκαλεί
τρομερή ανησυχία στην
Ταϊπέι και στους
συμμάχους των ΗΠΑ στην
περιοχή.
Τι
πρέπει λοιπόν να
περιμένουμε; Σε επίπεδο
εικόνας, η σύνοδος θα
παρουσιαστεί ως επιτυχία
και από τις δύο πλευρές.
Ο Τραμπ θα εμφανιστεί ως
επιτυχημένος
διαπραγματευτής. Ο Σι ως
ισότιμος ηγέτης στον
οποίο ο Αμερικανός
πρόεδρος επιδεικνύει
σεβασμό επισκεπτόμενος
το Πεκίνο.
Σε
επίπεδο ουσίας, τα
αποτελέσματα θα είναι
περιορισμένα: παράταση
της εμπορικής ανακωχής,
συμβολικοί μηχανισμοί
διαλόγου, προσεκτικές
διατυπώσεις για την
τεχνολογία, ευχολόγια
για τον Κόλπο, καμία
σοβαρή πρόοδος σε Ταϊβάν
και Ιαπωνία.
Ο
λόγος είναι δομικός. Οι
Ηνωμένες Πολιτείες και η
Κίνα δεν
διαπραγματεύονται πλέον
μέσα σε ένα κοινό
σύστημα. Ανταγωνίζονται
για τη διαμόρφωση δύο
διαφορετικών συστημάτων
που αποκλίνουν σε κάθε
κρίσιμη διάσταση. Η
σύνοδος του Πεκίνου δεν
θα τερματίσει τον νέο
Ψυχρό Πόλεμο. Αν
πετύχει, θα κάνει κάτι
πιο περιορισμένο αλλά
σημαντικό: θα τον
καταστήσει προσωρινά
διαχειρίσιμο. Σε μια
εποχή πολλαπλών εστιών
ανάφλεξης, αυτό δεν
είναι μικρό επίτευγμα.
*Ο
Αθανάσιος Πλατιάς είναι
ομότιμος Καθηγητής
Στρατηγικής στο
Πανεπιστήμιο Πειραιώς
και Πρόεδρος του
Συμβουλίου Διεθνών
Σχέσεων.
Πρώτη δημοσίευση
στον Ο.Τ.
|