|
Το
αποτέλεσμα των
επικείμενων ενδιάμεσων
εκλογών στις ΗΠΑ θα
βαρύνει ιδιαίτερα στην
απάντηση στο παραπάνω
δίλημμα. Αν επαληθευτούν
οι δημοσκοπήσεις που
φέρνουν τους
Δημοκρατικούς να
ανακτούν τον έλεγχο της
Βουλής των Αντιπροσώπων
και να διεκδικούν ακόμα
και τη Γερουσία σε ένα
υπεραισιόδοξο σενάριο,
αυτό θα σημαίνει ότι η
ίδια η αμερικανική
κοινωνία αναζητά μια
διόρθωση πορείας,
γυρίζοντας την πλάτη σε
έναν Πρόεδρο με ένα από
τα χαμηλότερα ποσοστά
αποδοχής διαχρονικά. Από
την άλλη μεριά, η
διατήρηση δυνάμεων του
στρατοπέδου του Τραμπ θα
αποδείξει τις βαθιές
ρίζες ενός πολιτικού
ρεύματος που εξακολουθεί
να εκφράζει ένα
σημαντικό μέρος της
αμερικανικής -και όχι
μόνο- κοινωνίας.
Αυτό που οφείλει να
γίνει αντιληπτό είναι
ότι τα δύο αυτά αντίθετα
ρεύματα δεν είναι κάτι
καινοφανές και
πρωτόγνωρο στην
αμερικανική κοινωνία
αλλά εκφράζουν δύο
παραδοσιακά αντίθετες
και συγκρουόμενες τάσεις
στην αμερικανική
εξωτερική πολιτική.
Διαχρονικά, η επιλογή
του απομονωτισμού και
του περιορισμού των ΗΠΑ
στα της ηπείρου της
συγκρούονταν με την
ενεργή εμπλοκή και εν
τέλει συστημική επιρροή
και ουσιαστική συμβολή
στη μορφή και δομή του
παγκόσμιου συστήματος
διεθνών σχέσεων, ασχέτως
αν το κίνητρο για αυτή
τη δραστηριοποίηση ήταν
η ρεαλιστική εξυπηρέτηση
του αμερικανικού
συμφέροντος ή η
ιδεαλιστική προώθηση της
φιλελεύθερης αστικής
ιδεολογίας. Ο δυισμός
αυτός στην αμερικανική
εξωτερική πολιτική
δικαιολογεί την πορεία
εκκρεμούς που ακολουθούν
οι ΗΠΑ στις σχέσεις τους
με τον κόσμο, από την
ίδρυση του αμερικανικού
κράτους μέχρι σήμερα.
Θα
αλλάξει, όμως, κάτι
άμεσα από το αποτέλεσμα
των ενδιάμεσων εκλογών;
Η απάντηση είναι
προφανώς αρνητική καθώς
οι τάσεις αυτές δεν
είναι τόσο εφήμερες αλλά
αντίθετα αντανακλούν και
εκφράζουν βαθύτερες
δυναμικές στην
αμερικανική κοινωνία.
Αυτό που θα
αμφισβητηθεί, ωστόσο,
είναι η ιδεολογική
κυριαρχία του αφηγήματος
M.A.G.A. (Make America
Great Again) του
Προέδρου Τραμπ και ο
μονοδιάστατος τρόπος
υλοποίησής της. Δεν
υπάρχει καμία αμφιβολία
για την πρόταξη των
αμερικανικών εθνικών
συμφερόντων από όλες τις
εμπλεκόμενες πλευρές.
Άλλωστε, το θέμα της
ανάγκης εξισορρόπησης
και ανάσχεσης της Κίνας
είναι ένα από τα λίγα
στα οποία υπάρχει
σύγκλιση απόψεων μεταξύ
των δύο κεντρικών
πολιτικών πόλων, όπως
επιβεβαιώνεται από τις
επιλογές όλων των
τελευταίων Προέδρων,
συμπεριλαμβανομένων των
Δημοκρατικών Προέδρων
Ομπάμα και Μπάιντεν. Ο
τρόπος, ωστόσο, που θα
επιδιωχθεί η επίτευξη
του σκοπού αυτού είναι
αντικείμενο
διαφοροποίησης μεταξύ
των δύο πλευρών, με
τελείως διαφορετικό
βαθμό στήριξης των
υφιστάμενων βασικών
πυλώνων του διεθνούς
συστήματος και
συμπερίληψης των
παραδοσιακών
αμερικανικών εταίρων
στην προσπάθεια αυτή.
Άρα, μια πολιτική
ανατροπή ή η αίσθηση
ενός επερχόμενου τέτοιου
κύματος στις επόμενες
προεδρικές εκλογές, θα
αποτελέσει μια τονωτική
ένεση για όσους θεωρούν
ακόμα ότι η απαξίωση των
διεθνών θεσμών και
οργανισμών καθώς και της
έννοιας του διεθνούς
δικαίου που έχει ήδη
συντελεστεί μπορεί να
ανατραπεί και ότι
μπορούμε να
επιστρέψουμε, με τις
κατάλληλες διορθωτικές
κινήσεις, σε μια μορφή
συνεννόησης για την
παγκόσμια διακυβέρνηση
που δεν θα στηρίζεται
αποκλειστικά στο δίκαιο
του ισχυροτέρου. Το
διακύβευμα, λοιπόν, των
ενδιάμεσων εκλογών
ξεπερνάει τα στενά όρια
της εσωτερικής
αμερικανικής πολιτικής
σκηνής. Αν οι βάρβαροι
δεν έρθουν τελικά, ή αν
η παντοδυναμία τους
αποδειχθεί
βραχυπρόθεσμη, τι μορφή
θα πάρει, τελικά, ο
κόσμος μας;
*Σπύρος Μπλαβούκος,
Καθηγητής, Οικονομικό
Πανεπιστήμιο Αθηνών και
Επικεφαλής Ευρωπαϊκού
Προγράμματος, ΕΛΙΑΜΕΠ
Πρώτη δημοσίευση στο
Βήμα
|