|
Άρα, σε μια κρίση, το
αμερικανικό πρώτο
ένστικτο θα είναι
πιθανότατα η
αποκλιμάκωση, όχι η
δικαίωση του ενός
συμμάχου έναντι του
άλλου. Αυτό πρέπει να το
έχουμε απολύτως
ξεκάθαρο. Εκεί, όμως, η
Ελλάδα έχει ένα πολύ
μεγάλο πλεονέκτημα. Εχει
καταφέρει τα τελευταία
χρόνια να γίνει πολύ
περισσότερο χρήσιμη στην
αμερικανική στρατηγική.
Δεν είναι πλέον απλώς «ο
άλλος σύμμαχος απέναντι
στην Τουρκία».
Η Σούδα είναι
στρατηγικής σημασίας, η
Αλεξανδρούπολη έχει
γίνει σημαντικός κόμβος
για την ανατολική
πτέρυγα του ΝΑΤΟ και η
Ελλάδα αποτελεί σταθερό
κρίκο μεταξύ Βαλκανίων,
Ανατολικής Μεσογείου και
Μέσης Ανατολής. Η Ελλάδα
έχει αξία για τις ΗΠΑ
ανεξάρτητα από την
Τουρκία.
Η
Τουρκία, όμως, έχει
αντιληφθεί ότι η
αμερικανική πολιτική υπό
Trump είναι πολύ πιο
συναλλακτική και ότι
η Ουάσιγκτον θέλει να
μειώσει ορισμένες
αμερικανικές δεσμεύσεις
και να μεταφέρει βάρος
στους περιφερειακούς
συμμάχους. Η Αγκυρα
επομένως προσπαθεί να
παρουσιάσει τον εαυτό
της ως αναντικατάστατη
στρατιωτική δύναμη για
το ΝΑΤΟ και την
ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Επομένως, η Ελλάδα δεν
πρέπει να θεωρεί
δεδομένο ότι η
αμερικανική προτίμηση
προς τη χώρα είναι
μόνιμη. Δεν θα φοβόμουν
τόσο μια Αμερική που
εγκαταλείπει την Ελλάδα.
Θα φοβόμουν περισσότερο
μια Αμερική που, σε μια
κρίση Ελλάδας –
Τουρκίας, θα προσπαθήσει
να επιβάλει έναν
συμβιβασμό πριν
δημιουργηθεί τετελεσμένο
– ακόμη κι αν ο
συμβιβασμός αυτός δεν
είναι απολύτως προς το
ελληνικό συμφέρον. Αυτό,
κατά τη γνώμη μου, είναι
το ρεαλιστικότερο
σενάριο που πρέπει να
προετοιμάζει η Αθήνα.
Και οι πρόσφατες
εντάσεις στο Αιγαίο και
στην Ανατολική Μεσόγειο
κάνουν αυτή τη συζήτηση
κάθε άλλο παρά
θεωρητική.
|