| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 

 

Τρίτη, 00:01 - 10/02/2026

 

 

 

 

Εμανουήλ Μπέζας*

Πριν από τη συνάντησή του με τον Έλληνα Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πραγματοποίησε δύο επίσημες κρατικές επισκέψεις στη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο. Σε μια περίοδο οξείας περιφερειακής αστάθειας — με τη συνεχιζόμενη ανθρωπιστική καταστροφή στη Γάζα, τον κίνδυνο πολεμικής κλιμάκωσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν και τις ευρύτερες κρίσεις που εκτείνονται έως την Αφρική — οι επισκέψεις αυτές υποδεικνύουν ένα ανανεωμένο επίπεδο συντονισμού μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου και Σαουδικής Αραβίας.

Πέρα από τα συνήθη Μνημόνια Κατανόησης (MoUs), δύο εξελίξεις ξεχωρίζουν. Η Τουρκία και η Αίγυπτος φαίνεται να κινούνται προς μια πρακτική στρατιωτική συνεργασία, μετά από συμφωνία αμυντικού πλαισίου και αυξανόμενη επιχειρησιακή ευθυγράμμιση. Την ίδια στιγμή, διαμορφώνεται μια προοδευτική σύγκλιση στρατηγικών προτεραιοτήτων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας, με αυξανόμενη σαουδαραβική εμπλοκή στο τουρκικό αμυντικό οικοσύστημα και συγκεκριμένες μακροπρόθεσμες ενεργειακές επενδύσεις.

 

Συνολικά, οι επισκέψεις αυτές ενίσχυσαν την οικονομική διασύνδεση, ενώ ταυτόχρονα σηματοδότησαν μια σταδιακή μετατόπιση προς μια πιο συντονισμένη περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας και βιομηχανίας.

Ταυτόχρονα, και οι δύο επισκέψεις κατέδειξαν με σαφήνεια ότι, καθώς οι στρατηγικές εξελίξεις επιταχύνονται σε ολόκληρη την περιοχή, το Ισραήλ βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των περιφερειακών προβληματισμών για τον τρόπο διαχείρισης της δράσης του στη Μέση Ανατολή. Από τη Γάζα και το Ιράν, έως την ασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα και την αναπροσαρμογή των αραβοτουρκικών σχέσεων, το Ισραήλ λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως κεντρικό σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο διαμορφώνονται οι περιφερειακές ευθυγραμμίσεις, οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης και ο στρατιωτικός σχεδιασμός.

Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η Τουρκία αποτελεί πληθυσμιακά τη δεύτερη μεγαλύτερη μη αραβική δύναμη στη Μέση Ανατολή μετά το Ιράν και την τρίτη πολυπληθέστερη χώρα της περιοχής συνολικά, μετά την Αίγυπτο και το Ιράν. Σε οικονομικό επίπεδο, η Τουρκία συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών της Μέσης Ανατολής, μαζί με τη Σαουδική Αραβία, ενώ σε στρατιωτικό επίπεδο παραμένει μεταξύ των ισχυρότερων συμβατικών (μη πυρηνικών) στρατιωτικών δυνάμεων της περιοχής, μαζί με το Ιράν και το Ισραήλ, καθεμία από τις οποίες διαθέτει διαφορετικά ποιοτικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Η Μέση Ανατολή μετά τον πόλεμο στη Γάζα

Για την ευρύτερη κατανόηση της τρέχουσας δυναμικής, είναι αναγκαίο να εξεταστεί πώς κατανεμόταν η ισχύς και πώς μετατοπίστηκαν τα δίκτυα συμμαχιών, πριν και μετά την καταστροφή στη Γάζα. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην ταχύτητα και την κλίμακα της επίθεσης της Χαμάς ήταν η ταχέως εξελισσόμενη διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας. Αυτό υποδηλώνει ότι ακόμη και μια σκληρή ισραηλινή απάντηση στην τρομοκρατική επίθεση θα μπορούσε να είχε γίνει ανεκτή από το βασίλειο.

Σε αντίθεση με αυτή την εκτίμηση, το Ισραήλ όχι μόνο υπερέβη τα μέχρι τότε καθιερωμένα όρια εμπλοκής, αλλά φάνηκε να αγνοεί πλήρως την ίδια την ύπαρξη τέτοιων ορίων, πυροδοτώντας ένα νέο κύμα αντι-ισραηλινών αισθημάτων σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο.

Επιπλέον, κατά την έναρξη της σύγκρουσης στη Γάζα, ο Μπασάρ αλ-Άσαντ βρισκόταν ακόμη στην εξουσία στη Συρία, ενώ, την ίδια περίοδο, το 2023, οι Αρμένιοι διατηρούσαν ακόμη τον έλεγχο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ, της Τουρκίας, των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό ευθυγραμμισμένα στο συριακό θέατρο, ενώ Τουρκία και Ισραήλ ανέπτυσσαν παράλληλα συγκλίνοντα στρατηγικά

συμφέροντα στο Αζερμπαϊτζάν. Μετά την πτώση του Άσαντ από την εξουσία και την εδραίωση του αζερικού ελέγχου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, οι δρώντες αυτοί είχαν σε μεγάλο βαθμό επιτύχει τους βασικούς στρατηγικούς τους στόχους. Στο πλαίσιο αυτό, η άτυπη και σε μεγάλο βαθμό συναλλακτική ευθυγράμμισή τους φάνηκε να προσεγγίζει το ανώτατο επίπεδο στρατηγικής αξιοποίησής της.

Το Ισραήλ προχώρησε επίσης σε δύο καθοριστικές για τις ευρύτερες εξελίξεις — και, κατά πολλούς, αναθεωρητικές — κινήσεις που υπερβαίνουν το πεδίο επιχειρήσεων της Γάζας και της Δυτικής Όχθης.

Πρώτον, τον Σεπτέμβριο του 2025 έπληξε ηγετικά στελέχη της Χαμάς στη Ντόχα, υπερβαίνοντας ένα κρίσιμο όριο, καθώς πραγματοποίησε άμεση στρατιωτική ενέργεια στο εσωτερικό ενός βασικού εταίρου των ΗΠΑ στον Κόλπο. Το περιστατικό ενίσχυσε, από τη σκοπιά του Ριάντ, την αντίληψη ότι η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να περιορίσει ισραηλινές κινήσεις κλιμάκωσης είναι περιορισμένη — και ότι το λειτουργικό «modus vivendi» μεταξύ Ισραήλ και των Αράβων συμμάχων των ΗΠΑ στον Κόλπο, μπορεί να διαταραχθεί οποιαδήποτε στιγμή από μια ισραηλινή μονομερή δράση.

Δεύτερον, στις 26 Δεκεμβρίου 2025 το Ισραήλ έγινε το πρώτο κράτος-μέλος του ΟΗΕ που αναγνώρισε επίσημα τη Σομαλιλάνδη, μια κίνηση που ανέδειξε άμεσα το ευρύτερο δίκτυο συνεργασίας ΗΑΕ–Ισραήλ στον διάδρομο της Ερυθράς Θάλασσας, του Κέρατος της Αφρικής και της ευρύτερης αφρικανικής περιφέρειας. Με άλλα λόγια, η αναγνώριση δεν αποτέλεσε μόνο μια συμβολική διπλωματική πράξη· ανέδειξε και τις γενικότερες αναθεωρητικές στρατηγικές βλέψεις των δύο χωρών για την ευρύτερη περιοχή σε καθεστώς παράλληλης ευθυγράμμισης.

Τέλος, ο ισραηλινός αναθεωρητισμός και η σκληρότητα της εμπλοκής στη Γάζα έχουν αρχίσει να αναδιαμορφώνουν ακόμη και την επίσημη ρητορική της Αιγύπτου. Στην έκτακτη Αραβο-Ισλαμική Σύνοδο στη Ντόχα, στις 15–16 Σεπτεμβρίου 2025, ο Πρόεδρος Σίσι αναφέρθηκε στο Ισραήλ ως «εχθρό», διατύπωση που θεωρήθηκε ως πρωτοφανής για Αιγύπτιο πρόεδρο στην μετά το Camp David εποχή. Στον αιγυπτιακό δημόσιο λόγο, αυτή η κλιμάκωση συνδέθηκε με μια άμεση ανάγνωση εθνικής ασφάλειας, με την χερσόνησο του Σινά να παρουσιάζεται ολοένα και περισσότερο ως εκτεθειμένη σε ισραηλινές ενέργειες.

Περιφερειακές αναθεωρήσεις και επανεκτιμήσεις

Κατά την πρώιμη φάση των επιχειρήσεων αλλαγής καθεστώτων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η περιοχή ήταν έντονα κατακερματισμένη και αρκετοί κρατικοί και μη κρατικοί δρώντες ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν — άμεσα ή έμμεσα — μαζί τους στην αναδιαμόρφωση των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος, συχνά επιδιώκοντας την αποκατάσταση ή την επέκταση της στρατηγικής τους επιρροής. Ακόμη και σε πιο πρόσφατες κρίσεις — συμπεριλαμβανομένης της σύντομης αλλά ιδιαίτερα έντονης 12ήμερης σύγκρουσης τον Ιούνιο μεταξύ Ισραήλ-ΗΠΑ και Ιράν, βασικοί περιφερειακοί εταίροι των ΗΠΑ έδειξαν προθυμία να στηρίξουν τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ουάσιγκτον σε σχέση με το Ισραήλ.

Μετά τις Συμφωνίες του Camp David, την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και, με καταλύτη, την 11η Σεπτεμβρίου, η στρατηγική λογική μιας ενιαίας αραβικής ανάσχεσης έναντι του Ισραήλ άρχισε σταδιακά να αποδυναμώνεται, μετατοπιζόμενη προς πιο κατακερματισμένες και πραγματιστικές εθνικές στρατηγικές ασφάλειας.

Το περιβάλλον ασφάλειας μετά την 11η Σεπτεμβρίου μετέβαλε τις προτεραιότητες πολλών αραβικών και μουσουλμανικών κρατών προς τη διατήρηση της σταθερότητας των καθεστώτων, τη συνεργασία απέναντι στην τρομοκρατία και τη στρατηγική ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ. Πολλά κράτη υιοθέτησαν ολοένα και πιο πραγματιστικές στρατηγικές, με στόχο τη μεγιστοποίηση της περιφερειακής τους επιρροής, την εξασφάλιση εγγυήσεων ασφάλειας και τη διαφοροποίηση των οικονομιών τους, συχνά μέσω επιλεκτικής συνεργασίας με την Ουάσιγκτον και, σταδιακά, με το Ισραήλ.

Αυτή η πορεία συνέβαλε τελικά στη διαμόρφωση των συνθηκών που οδήγησαν στις Συμφωνίες του Αβραάμ, οι οποίες ανέτρεψαν τη δομική λογική που χαρακτήριζε τις παλαιότερες πρωτοβουλίες του Αραβικού Συνδέσμου για το Παλαιστινιακό, παρότι τα σχετικά πλαίσια δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ τυπικά.

Ωστόσο, η αναθεωρητική πορεία του Ισραήλ, όπως αποτυπώνεται στην καταστροφική και ευρέως επικρινόμενη στάση του στη Γάζα, στην ολοένα και πιο επιθετική του προσέγγιση απέναντι σε μακροχρόνιες άτυπες περιφερειακές ισορροπίες, στη βαθύτερη αναθεωρητική στρατηγική του σύμπλευση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και στην αποδεδειγμένη ανθεκτικότητα του Ιράν κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου, έχει συλλογικά αναδιαμορφώσει τη θέση του στους στρατηγικούς υπολογισμούς των δρώντων της Μέσης Ανατολής.

Οι πρακτικές συνέπειες αυτής της νέας στρατηγικής περιορισμού του Ισραήλ καθίστανται ολοένα και πιο ορατές σε ολόκληρη την περιοχή. Η Σαουδική Αραβία έχει ενισχύσει τη συνεργασία της στον τομέα της άμυνας με το Πακιστάν, εκδίωξε ουσιαστικά τα ΗΑΕ από την Υεμένη, έχει ανανεώσει τον συντονισμό της με την Αίγυπτο και την Τουρκία στο Σουδάν και έχει συμβάλει στην επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Σομαλίας και ΗΑΕ. Με τον τρόπο αυτό, το Ριάντ φαίνεται να απομακρύνεται από μια πορεία εξομάλυνσης σχέσεων με το Ισραήλ — την οποία προηγουμένως προωθούσαν τα ΗΑΕ και οι ΗΠΑ — προς μια πιο αυτόνομη στάση, που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αποφασιστικότητα έναντι στρατηγικών πρωτοβουλιών του Ισραήλ και των ΗΑΕ, καθώς και από ανανεωμένη πολιτική έμφαση στο Παλαιστινιακό ζήτημα.

Σε ευρύτερο επίπεδο, διαμορφώνεται σταδιακά ένα πρότυπο ρεαλιστικού συντονισμού μεταξύ μεγάλων μουσουλμανικών δυνάμεων με μερικώς αποκλίνουσες στρατηγικές επιδιώξεις — της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, της Αιγύπτου και του Πακιστάν — σε πολλαπλά θέατρα εξελίξεων, συμπεριλαμβανομένων της Λιβύης, του Σουδάν και της Σομαλίας.

Ο καταστροφικός πόλεμος στο Ιράκ και οι αλλαγές καθεστώτων που έλαβαν χώρα στη Συρία και τη Λιβύη κατά την περίοδο της Αραβικής Άνοιξης αναδιαμόρφωσαν την περιφερειακή ισορροπία, αναβαθμίζοντας τη θέση του Ισραήλ, της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας στη Μέση Ανατολή. Μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν — την οποία το «δίδυμο» ΗΠΑ–Ισραήλ εξακολουθεί να επιδιώκει, παρά τις δύο πρόσφατες αποτυχημένες προσπάθειες — θα ενίσχυε περαιτέρω τη θέση του Ισραήλ.

Την ίδια στιγμή, οι άλλοτε ωφελημένοι των αμερικανικών παρεμβάσεων στην περιοχή φαίνεται πλέον να κινούνται προς την κατεύθυνση ανάσχεσης της γεωπολιτικής επέκτασης του Ισραήλ. Το κατά πόσον αυτό

θα συμβεί με τη διατήρηση ή μη του καθεστώτος του Ιράν παραμένει αβέβαιο· ωστόσο, οι τρέχουσες δυναμικές υποδηλώνουν ότι οι δυνάμεις αυτές επιδιώκουν, τουλάχιστον, να αποτρέψουν μια νέα επιχείρηση ανατροπής καθεστώτος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιφερειακή ανάφλεξη με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Η Μέση Ανατολή και η Ελλάδα

Συμπερασματικά, παρά τις πρόσφατες εξελίξεις, το Ιράν εξακολουθεί να λειτουργεί ως στρατηγικός εξισορροπιστής για άλλες περιφερειακές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή. Ο στρατηγικός στόχος του Ισραήλ είναι μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, με σκοπό την ανεπανόρθωτη αποδυνάμωσή του. Ως εκ τούτου, ο πυρήνας της ισραηλινής στρατηγικής ασφάλειας επικεντρώνεται κυρίως στην Τεχεράνη και όχι σε περιφερειακούς δρώντες όπως η Τουρκία ή η Σαουδική Αραβία.

Ύστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες, ο ισραηλινός αναθεωρητισμός έχει επανέλθει στο επίκεντρο της στρατηγικής προσοχής των δυνάμεων της Μέσης Ανατολής. Σε απάντηση, διαμορφώνεται σταδιακά ένα είδος αναδυόμενου «modus vivendi» μεταξύ αραβικών και μη αραβικών χωρών, ιδίως γύρω από τον κοινό στόχο του περιορισμού της ισραηλινής αποφασιστικότητας και επιρροής.

Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Με την εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας με το Ισραήλ, η Ελλάδα συμβάλλει ουσιαστικά στη διεύρυνση του στρατηγικού βάθους του, σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετοί δρώντες της Μέσης Ανατολής φαίνεται να επιδιώκουν τον περιορισμό του στρατηγικού του χώρου μέσω δυναμικών εξισορρόπησης.

Αυτό εγείρει ένα θεμελιώδες στρατηγικό ερώτημα: Είναι προς το συμφέρον μας να κινούμαστε σε αντίθεση με μια ευρύτερη περιφερειακή αναδιάταξη στη Μέση Ανατολή; Παραμένει ορθή η προτεραιοποίηση που έχουμε αποδώσει στη σχέση μας με το Ισραήλ, σε μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ φαίνεται να επαναξιολογείται αρνητικά από αρκετούς βασικούς περιφερειακούς δρώντες;

* Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής

Πρώτη δημοσίευση στη Ναυτεμπορική

 

Greek Finance Forum Team

 

 

Σχόλια Αναγνωστών

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 
   

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2024 Greek Finance Forum