|
Η
συνέχιση αυτής της
προσέγγισης υπό τον Τζο
Μπάιντεν κατέδειξε ότι η
μεταβολή αυτή δεν ήταν
απλώς κομματική, αλλά
δομική. Η κυβέρνηση
Μπάιντεν όχι μόνο
διατήρησε μεγάλο μέρος
των δασμών και
περιορισμών της περιόδου
Τραμπ, αλλά σε αρκετούς
τομείς τους επέκτεινε
περαιτέρω, ιδιαίτερα
στους ημιαγωγούς, στις
προηγμένες τεχνολογίες
και στις αλυσίδες
εφοδιασμού κρίσιμων
ορυκτών. Παράλληλα,
σημαντικές
προσωπικότητες του
αμερικανικού
κατεστημένου εξωτερικής
πολιτικής υιοθέτησαν
ολοένα και πιο
συγκρουσιακή στάση
απέναντι στην Κίνα,
αντανακλώντας μια
αυξανόμενη διακομματική
συναίνεση στην
Ουάσινγκτον σχετικά με
τη γεωπολιτική πρόκληση
που θέτει το Πεκίνο.
Υπό
το πρίσμα αυτών των
εξελίξεων —
συμπεριλαμβανομένης της
εντατικοποίησης των
εμπορικών συγκρούσεων,
των τεχνολογικών
περιορισμών, των ελέγχων
εξαγωγών και του
ευρύτερου γεωπολιτικού
ανταγωνισμού — το
κεντρικό ερώτημα δεν
είναι πλέον γιατί
υπάρχει στρατηγικός
ανταγωνισμός μεταξύ των
Ηνωμένων Πολιτειών και
της Κίνας, αλλά γιατί ο
ανταγωνισμός αυτός δεν
έχει εξελιχθεί σε έναν
πλήρους κλίμακας δεύτερο
Ψυχρό Πόλεμο.
Διαρθρωτικές διαφορές σε
σχέση με τον Ψυχρό
Πόλεμο
Υπάρχουν πέντε βασικοί
λόγοι για τους οποίους η
σχέση μεταξύ των
Ηνωμένων Πολιτειών και
της Κίνας δεν έχει ακόμη
εξελιχθεί σε μια έντονη
αντιπαράθεση ασφαλείας
αντίστοιχη με εκείνη που
χαρακτήρισε τον Ψυχρό
Πόλεμο κατά το δεύτερο
μισό του 20ού αιώνα.
Πρώτον, το σύγχρονο
διεθνές σύστημα είναι
πολυπολικό και όχι
διπολικό. Σε αντίθεση με
την περίοδο του Ψυχρού
Πολέμου, όταν το διεθνές
σύστημα κυριαρχούνταν
από δύο αντίπαλες
υπερδυνάμεις, η σημερινή
κατανομή ισχύος
περιλαμβάνει πολλαπλούς
μεγάλους δρώντες,
αναδυόμενες και
σημαντικές μεσαίες
δυνάμεις.
Υπό
αυτές τις συνθήκες,
κανένα κέντρο ισχύος δεν
μπορεί να επικεντρωθεί
αποκλειστικά στον
περιορισμό ενός
αντιπάλου χωρίς
ταυτόχρονα να
διαχειρίζεται τις
σχέσεις του με τρίτους
πόλους και σημαντικούς
περιφερειακούς δρώντες.
Ελλείψει ευρείας
διεθνούς συναίνεσης, μια
επιθετική στρατηγική
ανάσχεσης εναντίον ενός
αντιπάλου, μπορεί τελικά
να ωθήσει άλλες δυνάμεις
πιο κοντά σε αυτόν.
Ταυτόχρονα, οι μεγάλες
δυνάμεις που επιδιώκουν
να διατηρήσουν την
ασφάλεια και την
παγκόσμια θέση τους,
οφείλουν να αποφεύγουν
τη στρατηγική
υπερεπέκταση. Πρέπει,
ενώ ανταγωνίζονται
αντίπαλες δυνάμεις σε
άλλες περιοχές, να
διατηρούν επαρκείς
στρατιωτικούς και
οικονομικούς πόρους ώστε
να διαχειρίζονται
κρίσεις εντός των δικών
τους γεωπολιτικών
σφαιρών επιρροής.
Επιπλέον, η πολυπολική
κατανομή ισχύος
επηρεάζει όχι μόνο την
πολιτική των μεγάλων
δυνάμεων, αλλά και τον
τρόπο με τον οποίο οι
μεσαίες και μικρές
δυνάμεις αντιλαμβάνονται
το διεθνές σύστημα,
καθώς αρνούνται ολοένα
και περισσότερο να
συμμετάσχουν σε κλειστές
συμμαχικές δομές και
συνασπισμούς, δεδομένου
ότι η δημιουργία και η
διατήρησή τους έχει
καταστεί σημαντικά πιο
δαπανηρή τόσο για τις
ίδιες όσο και για τις
μεγάλες δυνάμεις.
Δεύτερον, σε αντίθεση με
τον ανταγωνισμό μεταξύ
των Ηνωμένων Πολιτειών
και της Σοβιετικής
Ένωσης, η σχέση μεταξύ
Ηνωμένων Πολιτειών και
Κίνας χαρακτηρίζεται από
εξαιρετικά υψηλό βαθμό
οικονομικής
αλληλεξάρτησης. Κατά το
μεγαλύτερο μέρος του
Ψυχρού Πολέμου, το
εμπόριο μεταξύ Ηνωμένων
Πολιτειών και Σοβιετικής
Ένωσης αντιστοιχούσε σε
λιγότερο από το 1% του
συνολικού αμερικανικού
εξωτερικού εμπορίου.
Αντιθέτως, το διμερές
εμπόριο μεταξύ Ηνωμένων
Πολιτειών και Κίνας
ξεπέρασε τα 650
δισεκατομμύρια δολάρια
το 2024, αντιστοιχώντας
περίπου στο 9% του
συνολικού εξωτερικού
εμπορίου των Ηνωμένων
Πολιτειών.
Σε
αντίθεση με τη σχετικά
απομονωμένη και
περιορισμένα
διασυνδεδεμένη σοβιετική
οικονομία, η Κίνα είναι
βαθιά ενταγμένη στο
παγκόσμιο οικονομικό
σύστημα,
αντιπροσωπεύοντας
περίπου το 28–30% της
παγκόσμιας μεταποιητικής
παραγωγής. Ως
αποτέλεσμα, ενώ οι
οικονομίες των Ηνωμένων
Πολιτειών και της
Σοβιετικής Ένωσης
λειτουργούσαν σε μεγάλο
βαθμό ως διακριτά
οικονομικά και
βιομηχανικά μπλοκ κατά
τη διάρκεια του Ψυχρού
Πολέμου, ο σύγχρονος
ανταγωνισμός μεταξύ
Ηνωμένων Πολιτειών και
Κίνας χαρακτηρίζεται από
βαθιά οικονομική
αλληλεξάρτηση μέσω του
εμπορίου, των
χρηματοπιστωτικών
σχέσεων, της
τεχνολογίας, των
αλυσίδων εφοδιασμού και
της βιομηχανικής
παραγωγής.
Τρίτον, οι οικονομικές,
τεχνολογικές και
βιομηχανικές δυνατότητες
της Κίνας είναι κατά
πολύ ανώτερες από
εκείνες της Σοβιετικής
Ένωσης κατά την περίοδο
του Ψυχρού Πολέμου. Αν
και η Σοβιετική Ένωση
ήταν σε θέση να
ανταγωνιστεί στρατιωτικά
και γεωπολιτικά τις
Ηνωμένες Πολιτείες,
απέτυχε να ακολουθήσει
τον τεχνολογικό
μετασχηματισμό που
συνδέθηκε με την Τρίτη
Βιομηχανική Επανάσταση
και την ψηφιακή εποχή
που ακολούθησε.
Αντιθέτως, η Κίνα έχει
αναδειχθεί όχι μόνο σε
στρατιωτικό και
γεωπολιτικό ανταγωνιστή
των Ηνωμένων Πολιτειών,
αλλά και σε κορυφαία
βιομηχανική, παραγωγική
και αναδυόμενη
τεχνολογική δύναμη
παγκόσμιας κλίμακας. Η
άνοδος αυτή αντανακλάται
και στο μέγεθος της
κινεζικής οικονομίας σε
όρους ισοτιμίας
αγοραστικής δύναμης, η
οποία έχει ξεπεράσει
εκείνη των Ηνωμένων
Πολιτειών ήδη από το
2014.
Tέταρτον, ενώ η
Σοβιετική Ένωση έχασε
σταδιακά μεγάλο μέρος
της πολιτικής και
ιδεολογικής της
ελκυστικότητας πριν
τελικά καταρρεύσει το
1991, η Κίνα έχει
καταφέρει να διατηρήσει
σημαντική πολιτική,
οικονομική και
διπλωματική επιρροή σε
μεγάλο μέρος του
Παγκόσμιου Νότου.
Σε
αντίθεση με τη Σοβιετική
Ένωση, η Κίνα ακολούθησε
σε γενικές γραμμές
πολιτική ειρηνικής
ανάπτυξης, αποφεύγοντας
— συγκριτικά με τη
σοβιετική εμπειρία — μια
ανοιχτά ιδεολογική και
έντονα
στρατιωτικοποιημένη
εξωτερική πολιτική που
θα βασιζόταν στην
επέκταση μπλοκ και στον
συστηματικό παρεμβατισμό
στις εσωτερικές
υποθέσεις άλλων κρατών.
Το
κατά πόσο αυτή η στάση
αποτέλεσε μέρος μιας
ευρύτερης μακροπρόθεσμης
στρατηγικής, με στόχο
την επίτευξη του
σημερινού επιπέδου
ισχύος πριν από
ενδεχόμενη υιοθέτηση
διαφορετικής
προσέγγισης, παραμένει
αβέβαιο. Παρ’ όλα αυτά,
συνέβαλε στην αποφυγή
άμεσης στρατιωτικής
αντιπαράθεσης με άλλες
μεγάλες δυνάμεις.
Τέλος, πέμπτον, το
σύγχρονο διεθνές σύστημα
χαρακτηρίζεται από πολύ
υψηλότερο βαθμό
θεσμοποίησης,
οικονομικής
παγκοσμιοποίησης και
διπλωματικής
αλληλεξάρτησης σε σχέση
με το διεθνές περιβάλλον
των πρώτων δεκαετιών του
Ψυχρού Πολέμου. Από το
τέλος του Δευτέρου
Παγκοσμίου Πολέμου, το
διεθνές δίκαιο, οι
πολυμερείς θεσμοί, τα
παγκόσμια εμπορικά
δίκτυα και η πυρηνική
αποτροπή έχουν συμβάλει
— παρά τις επίμονες
γεωπολιτικές εντάσεις —
στη διαχείριση και τη
μερική συγκράτηση των
συγκρούσεων μεταξύ
μεγάλων δυνάμεων.
Το
σύστημα χρειάζεται
σταθερότητα
Η
σχέση μεταξύ των
Ηνωμένων Πολιτειών και
της Κίνας παραμένει σε
σημαντικό βαθμό
προβληματική. Τα
υποκείμενα διαρθρωτικά
ζητήματα δεν έχουν
επιλυθεί και πολλά από
αυτά δύσκολα φαίνεται να
μπορούν να επιλυθούν στο
προβλέψιμο μέλλον. Οι
Ηνωμένες Πολιτείες
επιδιώκουν να
περιορίσουν την άνοδο
της Κίνας, ενώ η Κίνα
φαίνεται διατεθειμένη να
περιμένει υπομονετικά τη
στρατηγική υπερεπέκταση
και τη σχετική παρακμή
των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι πραγματικότητες αυτές
δύσκολα θα αλλάξουν.
Αυτό που μπορεί να
αλλάξει, ωστόσο, είναι ο
τρόπος διαχείρισης αυτού
του ανταγωνισμού, ώστε
να αποτραπεί η κλιμάκωση
σε όλα τα επίπεδα — από
τους εμπορικούς πολέμους
και τον τεχνολογικό
ανταγωνισμό έως μια
άμεση στρατιωτική
σύγκρουση. Αυτό είναι
ιδιαίτερα κρίσιμο σε ένα
διεθνές σύστημα όπου
μεταξύ άλλων, η Κίνα
αποτελεί τη μεγαλύτερη
εμπορική δύναμη του
κόσμου, ενώ οι Ηνωμένες
Πολιτείες παραμένουν η
κυρίαρχη στρατιωτική
δύναμη παγκοσμίως.
Για
μια χώρα όπως η Ελλάδα —
όπου η Κίνα αποτελεί
έναν από τους
σημαντικότερους
εμπορικούς εταίρους και
οι Ηνωμένες Πολιτείες
λειτουργούν ως βασικός
εγγυητής ασφάλειας — μια
μεγάλη σύγκρουση μεταξύ
των δύο δυνάμεων θα είχε
καταστροφικές
γεωπολιτικές και
οικονομικές συνέπειες.
Ως
εκ τούτου, οι προσδοκίες
από τις διμερείς
συνομιλίες μεταξύ
Ουάσινγκτον και Πεκίνου
θα πρέπει να παραμένουν
περιορισμένες. Ο πιο
ρεαλιστικός στόχος δεν
είναι η συμφιλίωση, αλλά
η σταθερότητα και η
διαχείριση κρίσεων.
Συμπερασματικά
Στο
σημερινό διεθνές
περιβάλλον, η πολυπολική
κατανομή ισχύος, η βαθιά
οικονομική
αλληλεξάρτηση, η
θεσμοποίηση της
παγκόσμιας τάξης, η
άνοδος των μεσαίων
δυνάμεων, οι
βιομηχανικές δυνατότητες
της Κίνας, η σχετικά
συγκρατημένη εξωτερική
της πολιτική και ο ταχύς
τεχνολογικός της
μετασχηματισμός –
πραγματικότητες που δεν
υπήρχαν στον ίδιο βαθμό
κατά την περίοδο
1945–1991 – έχουν
συλλογικά μειώσει την
πιθανότητα ο
ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας
να εξελιχθεί σε έναν νέο
Ψυχρό Πόλεμο συγκρίσιμο
με εκείνον του 20ού
αιώνα. Παρ’ όλα αυτά,
ο στρατηγικός
ανταγωνισμός μεταξύ των
Ηνωμένων Πολιτειών και
της Κίνας παραμένει
γεωπολιτική
πραγματικότητα, ενώ τα
μικρότερα κράτη
επιδιώκουν ολοένα και
περισσότερο μια ψύχραιμη
και σταθερή διαχείρισή
του, υπό την προϋπόθεση
ότι οι δύο πλευρές θα
συνεχίσουν να διατηρούν
ανοιχτούς διαύλους
επικοινωνίας αντί να
οδηγηθούν σε ανεξέλεγκτη
κλιμάκωση.
(*) Μηχανικός ορυκτών
πόρων, γεωπολιτικός
αναλυτής
Πρώτη δημοσίευση στη
Ναυτεμπορική
|