|
Αλεξάντρια
Οκάσιο-Κορτέζ – Μια
working class hero από
το Μπρονξ, στο περίπου
Αν
το δει κανείς από
απόσταση, η Αλεξάντρια
Οκάσιο-Κορτέζ αποτελεί
τον ορισμό του outlier
στην κανονική κατανομή
των πολιτικών εκπροσώπων
στην Ουάσινγκτον, είτε
αυτή αφορά τη Βουλή των
Αντιπροσώπων είτε τη
Γερουσία. Γεννημένη το
1989 στο Μπρονξ, η
πορτορικανικής καταγωγής
AOC απέκτησε τα πρώιμά
της βιώματα στις μάλλον
περισσότερο
υποβαθμισμένες γειτονιές
της μητρόπολης του
Δυτικού Κόσμου, μέχρις
ότου η οικογένειά της να
μετακομίσει στο –σαφώς
περισσότερο
αναβαθμισμένο– προάστιο
του Γιόρκταουν Χάιτς. Ως
ενήλικη, η AOC
μετακόμισε στην
ακαδημαϊκή πρωτεύουσα
των ΗΠΑ, επιλέγοντας το
Πανεπιστήμιο της
Βοστόνης, όπου σπούδασε
οικονομικά και διεθνείς
σχέσεις, ενώ –φοιτήτρια
ακόμη– εργάστηκε ως
ασκούμενη στο γραφείο
του γερουσιαστή Τεντ
Κένεντι, όπου ασχολήθηκε
με ζητήματα
μετανάστευσης και
επανένωσης οικογενειών.
Κρίσιμα –ιδιαίτερα για
το προσωπικό και
πολιτικό αφήγημα το
οποίο έχει καλλιεργήσει
ήδη από τα φοιτητικά της
χρόνια–, η AOC επέστρεψε
στη Νέα Υόρκη μετά την
αποφοίτησή της, όπου
εργάστηκε σε διάφορες
ΜΚΟ, αλλά και ως
σερβιτόρα και bartender,
ενώ, παρότι εξελέγη
πρώτη φορά στο Κογκρέσο
το 2019, φαίνεται να
κουβαλάει ακόμα το
φοιτητικό της δάνειο·
όπως εκατοντάδες
χιλιάδες Αμερικανοί στην
ηλικία της.
Αναμφίβολα, η πολιτική
συνείδηση της AOC
διαμορφώθηκε μέσα από
έναν συνδυασμό
παραμέτρων. Η
πορτορικανική της
ταυτότητα και οι working
class καταβολές της
αυτομάτως ενισχύθηκαν
μέσω τόσο των σπουδών
της στη Βοστόνη –η οποία
αποτελεί το ισχυρότερο
προπύργιο των
Δημοκρατικών στις ΗΠΑ–
αλλά και από τις
μετέπειτα επαγγελματικές
τις εμπειρίες πίσω στη
Νέα Υόρκη. Στο πλαίσιο
των προεδρικών εκλογών
του 2016, όπου ο
αυτοπροσδιοριζόμενος ως
«democratic socialist»
Μπέρνι Σάντερς ζόρισε το
τότε ακλόνητο φαβορί της
κούρσας των
Δημοκρατικών, Χίλαρι
Κλίντον, μέχρι το τέλος,
η AOC βρήκε την ευκαιρία
να μπει στην ενεργό
πολιτική, και –κυρίως–
να συνειδητοποιήσει πως
οι εξαιρετικά
αριστερόστροφες θέσεις
τις οποίες η ίδια είχε
καλλιεργήσει μπορούσαν
εντέλει να αποκτήσουν
ένα σαφώς μαζικότερο
κοινό· χωρίς τον Μπέρνι,
η AOC δεν θα είχε βρει
το κύμα που έπιασε,
καταφέρνοντας να
επικρατήσει του
συστημικού Δημοκρατικού
Τζο Κρόουλι –ο οποίος
είχε εκλεγεί δέκα φορές
σερί– στις εσωτερικές
εκλογές του 2018, και
καταλαμβάνοντας την
–ασφαλή για το κόμμα
της– έδρα του 14ου
διαμερίσματος το 2019.
Σημειώνεται πως η
προεκλογική εκστρατεία
της AOC αποτέλεσε τον
ορισμό της door to door
στρατηγικής, βασίστηκε
σχεδόν εξ ολοκλήρου σε
εθελοντές, ενώ
χρηματοδοτήθηκε από
μικρές και μεμονωμένες
δωρεές. Κάπως έτσι, σε
ηλικία μόλις 29 ετών, η
Αλεξάντρια από το Μπρονξ
έγινε η νεότερη γυναίκα
που εξελέγη ποτέ στο
Κογκρέσο· η σημειολογία
της εκλογής της ήταν
αδιανόητη για το
αμερικανικό πολιτικό
σύστημα και βγαλμένη από
τα όνειρα της αριστερής
πτέρυγας των
Δημοκρατικών, από το
Βερμόντ ως το Σιάτλ και
πάλι πίσω.
The
rest, as they say, is
history. Από το 2019
μέχρι και σήμερα, η AOC
επανεκλέγεται συνεχώς
στο 14ο διαμέρισμα της
Νέας Υόρκης –με
σοβιετικού τύπου
ποσοστά–, ενισχύοντας
στον απόλυτο βαθμό την
προσωπική της επιρροή
εντός της αριστερής
πτέρυγας των
Δημοκρατικών.
Ενδεικτικά, η AOC
αποτέλεσε την ισχυρότερη
επικρίτρια του Τζο
Μπάιντεν, πιέζοντας την
κυβέρνησή του να κινηθεί
όσο το δυνατόν πιο
γρήγορα προς τις
προοδευτικές θέσεις που
ο Σάντερς –ο οποίος,
μετά τη Χίλαρι το 2016,
ζόρισε αρκετά και τον
θείο Τζο για το χρίσμα
του 2020– κι εκείνη
εκπροσωπούσαν σε
Γερουσία και Βουλή των
Αντιπροσώπων αντίστοιχα.
Ενδεικτικά, η AOC είχε
επιλέξει να μην παραστεί
στην ορκωμοσία του
Μπάιντεν, προκειμένου να
παρευρεθεί σε μια
απεργιακή συγκέντρωση
στο εκλογικό της
διαμέρισμα, ενώ το χάσμα
μεταξύ τους άρχισε να
γεφυρώνεται μόλις το
2023, όταν και απέκτησαν
πλέον λειτουργική σχέση,
τη στιγμή ωστόσο που η
προοπτική της διατήρησης
του Λευκού Οίκου για
τους Δημοκρατικούς το
2024 είχε αρχίσει να
δυσκολεύει αρκετά.
Θέτοντάς το συνοπτικά,
από το 2019 μέχρι και
σήμερα, η AOC κατάφερε
μεν να αναδειχθεί σε
ηγέτιδα των προοδευτικών
–ψηφοφόρων και
αντιπροσώπων–, ωστόσο
διαμόρφωσε μια μάλλον
άβολη σχέση με τον
συστημικό πυρήνα των
Δημοκρατικών, ο οποίος,
μετά και την άκομψη, αν
και επιβεβλημένη,
απομάκρυνση του Μπάιντεν
από τη διεκδίκηση της
επανεκλογής της
προεδρίας στην κούρσα
του 2024 και την ήττα
της Κάμαλα Χάρις από τον
Ντόναλντ Τραμπ,
φυλλορροεί με τρομακτική
ταχύτητα. Χωρίς καμία
δόση υπερβολής, οι
αλλεπάλληλες ήττες των
Δημοκρατικών τα
τελευταία χρόνια
εξυπηρετούν τόσο τους
Ρεπουμπλικάνους, όσο
όμως και τους
σοσιαλιστές ανά τις ΗΠΑ,
οι οποίοι έχουν πλέον
διεκδικήσει έναν χώρο
–και ένα επίπεδο
εσωτερικής επιρροής– που
δεν θα τολμούσαν να τον
ζητήσουν ούτε ως ευχή
από το τζίνι του
Αλαντίν.
Το
επιβεβλημένο rebranding
στον δρόμο για το 2028
Η
επιστροφή του Τραμπ στον
Λευκό Οίκο –και η
εντυπωσιακή φόρα αυτής–
έδωσε στην AOC και στην
πτέρυγα της οποίας
ηγείται χαρακτηριστικά
ιδεολογικής αντίστασης
στην επέλαση των νέων
Ρεπουμπλικάνων ανά τις
ΗΠΑ. Η AOC και ο Σάντερς
–με τους ρόλους τους
αυτή τη φορά
αντεστραμμένους– δεν
έχασαν δευτερόλεπτο και
ξεκίνησαν την
πρωτοβουλία «Fighting
Oligarchy», στοχεύοντας
ωστόσο και σε ακροατήρια
πέραν εκείνων στα οποία
απευθυνόταν από το 2016.
Συγκεκριμένα, οι δύο
επικεφαλής του
αμερικανικού
«δημοκρατικού
σοσιαλισμού» προχώρησαν
σε περιοδείες στις ΗΠΑ,
στις οποίες
συγκαταλέγονταν και
προπύργια των
Ρεπουμπλικάνων, όπως η
Μοντάνα και το Οχάιο,
στην προσπάθειά τους να
προσελκύσουν ψηφοφόρους
οι οποίοι, ακόμα κι αν
δεν έχουν ψηφίσει ποτέ
Δημοκρατικούς, εντούτοις
αναγνωρίζουν τη λογική
βάση των οικονομικών
θέσεων που προτείνει η
αριστερή τους πτέρυγα.
Την
ίδια στιγμή, ωστόσο, σε
όλες ανεξαιρέτως τις
εκλογικές μάχες από το
2024 και μετά, η AOC
παίζει πλέον για τη
φανέλα των Δημοκρατικών,
αντί για εκείνη της
εσωκομματικής μειοψηφίας
των σοσιαλιστών. Μπορεί
η AOC να στήριξε τον
Ζόραν Μαμντάνι στη Νέα
Υόρκη, όμως συντάχθηκε
εξίσου και με την
Άμπιγκεϊλ Σπανμπέργκερ
στην επιτυχημένη της
κούρσα για το Κυβερνείο
της Βιρτζίνια. Σε
αντίθεση με τον
Μαμντάνι, ο οποίος
αποτελεί γέννημα θρέμμα
των σοσιαλιστών της Νέας
Υόρκης, η Σπανμπέργκερ
μοιράζεται τις
συμβατικές θέσεις των
Δημοκρατικών, ενώ το
επαγγελματικό της
παρελθόν δεν ανήκει σε
αμφιβόλου προέλευσης και
χρηματοδότησης ΜΚΟ,
αλλά, αντιθέτως, στη
CIA, την οποία η AOC
έχει καταγγείλει ουκ
ολίγες φορές στο
παρελθόν.
Η
AOC επιχειρεί ένα ταχύ
rebranding, ακροβατώντας
ανάμεσα στη διατήρηση
της πολιτικής και
προσωπικής της
ταυτότητας και στην
επικοινωνία του
μηνύματός της σε ένα όσο
το δυνατόν περισσότερο
διευρυμένο ακροατήριο
Παράλληλα, η AOC –η
οποία τυπικά εξακολουθεί
να αρνείται πως θα
επιδιώξει το χρίσμα των
Δημοκρατικών για τις
προεδρικές του 2028–
επιχείρησε φέτος να
εντάξει στο πολιτικό της
portfolio αυτό που της
έλειπε περισσότερο και
το οποίο δεν έχει πλέον
κανένα περιθώριο να μην
προτεραιοποιεί: τη
διεθνή παρουσία. Μπορεί
η Αλεξάντρια να αποτελεί
ένα σύμβολο για τους
σοσιαλιστές –και,
νωρίτερα στην καριέρα
της, για τους
σημαιοφόρους της woke
κοινότητας ανά τον
κόσμο–, ωστόσο,
μετρώντας πλέον επτά
χρόνια στο Κογκρέσο,
γνωρίζει πολύ καλά πως η
διεκδίκηση της προεδρίας
προαπαιτεί και την
υιοθέτηση ενός –έστω και
μερικώς– σαφούς οράματος
για το μέλλον και τις
προτεραιότητες της
αμερικανικής εξωτερικής
πολιτικής, με την οποία
δεν ασχολήθηκε ποτέ,
πέραν μιας μάλλον
εύκολης και άνευ
ουσιαστικού περιεχομένου
αναπαραγωγής
αριστερόστροφης
κριτικής.
Σε
αυτό το πλαίσιο, η AOC
μετέβη στη Διάσκεψη
Ασφαλείας του Μονάχου,
όπου, παρότι παρέμεινε
πιστή στην πάγια κριτική
της εναντίον του
αμερικανικού
παρεμβατισμού, φρόντισε
παράλληλα να καταγγείλει
τη νεο-απομονωτική
στροφή του Τραμπ αλλά
και να εμφανίσει εαυτόν
ως υπέρμαχο των
διατλαντικών σχέσεων·
όχι με απόλυτη επιτυχία.
Δεδομένα, η AOC
εξακολουθεί να υιοθετεί
τη σκληρότερη δυνατή
στάση εναντίον της
ισραηλινής κυβέρνησης
αλλά και της ενίσχυσης
της αμερικανικής
στρατιωτικής παρουσίας
ανά την υφήλιο, ωστόσο
το γεγονός και μόνο πως
εξέφρασε τις
συγκεκριμένες θέσεις
απέναντι στο διεθνές
ακροατήριο του Μονάχου
σε καμία περίπτωση δεν
παραπέμπει στην τυπική
της πολιτική
δραστηριότητα του
παρελθόντος, όπου οι
σχετικές θέσεις
αναπαράγονταν εντός των
περίκλειστων τειχών της
αριστερής πτέρυγας των
Δημοκρατικών.
Στην ουσία, η AOC
επιχειρεί ένα ταχύ
rebranding, ακροβατώντας
ανάμεσα στη διατήρηση
της πολιτικής και
προσωπικής της
ταυτότητας και στην
επικοινωνία του
μηνύματός της σε ένα όσο
το δυνατόν περισσότερο
διευρυμένο ακροατήριο,
το οποίο μπορεί να της
δώσει τόσο το χρίσμα των
Δημοκρατικών όσο και την
προεδρία το 2028.
Από
τη μία, η AOC παραμένει
ηγέτιδα της squad –ήτοι
της άτυπης ομάδας των
προοδευτικότερων
αντιπροσώπων στο
Κογκρέσο–, αλλά από την
άλλη αποκτά συνεχώς
περισσότερους συμμάχους
στις μετριοπαθείς τάξεις
του κόμματος,
προχωρώντας πλέον σε μια
κριτική αποτίμηση των
υπερβολών της woke
επανάστασης, της οποίας
ηγήθηκε στις αρχές της
δεκαετίας, παραδεχόμενη
πως το σύνθημα «defund
the police» ήταν εντελώς
άτοπο.
Από
τη μία, η AOC
εξακολουθεί να
αποπληρώνει το φοιτητικό
της δάνειο, ενώ επέλεξε
και να προχωρήσει σε
κατάψυξη ωαρίων –όπως
εκατομμύρια γυναίκες
στις ΗΠΑ και τον κόσμο–,
αλλά από την άλλη
διαχειρίζεται πλέον
σχεδόν δεκαέξι
εκατομμύρια δολάρια σε
χρηματοδοτήσεις και
δωρεές για την πολιτική
της καμπάνια.
Από
τη μία, η AOC
εξακολουθεί να εκπέμπει
την αυθεντική και ατόφια
χαλαρότητα της
προσωπικότητάς της στα
κοινωνικά δίκτυα και
στις περιοδείες της,
παραμένοντας προσιτή
στους ψηφοφόρους και
πρόθυμη να
αυτοσαρκαστεί, αλλά από
την άλλη καλλιεργεί
σταδιακά μια εικόνα
ισχύος και σοβαρότητας,
η οποία είναι απολύτως
απαραίτητη ώστε η ίδια
να δείχνει περισσότερο
presidential και να
εντυπωθεί στη συνείδηση
των μετριοπαθών
ψηφοφόρων πως μια πιθανή
εκλογή της στον Λευκό
Οίκο δεν θα αποτελέσει
την τελευταία πράξη του
χάους της δεύτερης
θητείας Τραμπ, αλλά,
αντιθέτως, μια απολύτως
επιβεβλημένη διορθωτική
κίνηση προς την
κανονικότητα της
αμερικανικής εξωτερικής
πολιτικής, τουλάχιστον
σε ό,τι αφορά την
πολλαπλασιαστική ισχύ
των συμμαχιών των ΗΠΑ.
Από
τη μία, η AOC
εξακολουθεί να πιστεύει
στον δημοκρατικό
σοσιαλισμό· από την
άλλη, η ίδια καλείται να
παραδεχτεί τα όρια και
τις αδυναμίες του.
Το
χρίσμα είναι το πρώτο
–και ίσως το τελευταίο–
τεστ της AOC
Αν
έλεγε κανείς στον Μπιλ
Κλίντον –ή ακόμα και
στον Μπαράκ Ομπάμα– πως
ένας εκ των Δημοκρατικών
του διαδόχων του στην
προεδρία θα
αυτοαποκαλούνταν
σοσιαλιστής, μάλλον θα
αντιμετωπιζόταν ως
γραφικός ρομαντικός, ή
αδυσώπητα ανίδεος σε
ό,τι αφορά την
αγοραπωλησία επιρροής
και ισχύος στην
Ουάσινγκτον. Ωστόσο,
σύμφωνα με το
Polymarket, η AOC σήμερα
προηγείται οριακά του
Γκάβιν Νιούσομ για το
χρίσμα των Δημοκρατικών,
αλλά και του Μάρκο
Ρούμπιο σε ένα πιθανό
ματσάρισμα στις
προεδρικές εκλογές του
2028. Η στρατηγική της
εσωκομματικής της
επικράτησης φαίνεται πως
θα βασιστεί στην
αξιοποίηση του
μηχανισμού του Σάντερς,
ενώ μένει να φανεί αν η
soft στροφή της προς το
κέντρο θα επαρκέσει ώστε
να πείσει αυτούς που τη
βρίσκουν συμπαθή, αλλά
αμφισβητούν την
ειλικρίνεια των
προθέσεών της σε αυτή τη
φάση.
Σε
κάθε περίπτωση, το
επικοινωνιακό χάρισμα
της AOC, αλλά και η
πολιτική της οξυδέρκεια,
την έφεραν –όντως– σε
μια θέση όπου το
αδιανόητο μοιάζει πλέον
έστω και λίγο πιθανό:
μια νέα Λατίνα
σοσιαλίστρια από το
Μπρονξ να χτυπάει την
πόρτα του Λευκού Οίκου.
Σε αντίθεση με τους
περισσότερους σύγχρονους
προέδρους, η AOC δεν
έχει κυβερνήσει ποτέ
πολιτεία, δεν έχει
υπηρετήσει σε
οποιαδήποτε επιτροπή της
Γερουσίας, ενώ δεν έχει
καν αποδείξει πως μπορεί
να επικρατήσει σε μια
εκλογική περιφέρεια όπου
οι μετριοπαθείς και
μεταβαλλόμενοι ψηφοφόροι
είναι σαφώς περισσότεροι
από εκείνους του
κόμματός της· τα ίδια,
ωστόσο, λέγαμε και για
τον Ντόναλντ Τραμπ πίσω
στο 2016 – and the rest
is history.
Άγης Παπαγεωργίου
(Athens Voice)
|