|
Ο
Σι Τζινπίνγκ και η
αμφισβήτηση της
αμερικανικής
πρωτοκαθεδρίας
Η
αυταπόδεικτη σκληρή
ισχύς της Κίνας
Δεν
υπάρχει πλέον κανείς που
μπορεί να αμφισβητήσει
αυτό που το Πεκίνο έχει
καταστήσει από καιρό
προφανές, σε επίπεδο
σκληρής ισχύος: η Κίνα
πλέον αποτελεί τη
δεύτερη ισχυρότερη
οικονομική και
στρατιωτική υπερδύναμη
του κόσμου. Ξεκινώντας
από το πρώτο σκέλος, το
κινεζικό ΑΕΠ σήμερα
αποτιμάται στα 20,6
τρισεκατομμύρια δολάρια,
τη στιγμή που το
αμερικανικό υπολογίζεται
στα 31,8 τρις, που
σημαίνει πως η κινεζική
οικονομία αντανακλά το
65% της αμερικανικής.
Σαφώς, η Κίνα ακόμα
υπολείπεται, ωστόσο αν
λάβει κανείς υπόψη πως ο
αντίστοιχος λόγος πίσω
στα 60s υπολογιζόταν
μόλις στο 11%, μπορεί να
συμπεράνει αυτομάτως τη
δυναμική της κινεζικής
οικονομίας κατά τη
διάρκεια των τελευταίων
ετών.
Σημαντικότερα, με όρους
αγοραστικής ισχύος
(Purchasing Power
Parity) –με τον
συγκεκριμένο ποιοτικό
δείκτη να μετρά ατύπως
τη δύναμη του εγχώριου
καταναλωτή– η κινεζική
οικονομία έχει ήδη
ξεπεράσει την
αμερικανική, καθώς τα
αντίστοιχα ΑΕΠ σε όρους
ισοδυναμίας αγοραστικής
δύναμης προσαρμόζονται
στα 41 τρις για την Κίνα
και 32 τρις για τις ΗΠΑ.
Φυσικά, ο μέσος
Αμερικανός εξακολουθεί
να αμείβεται τρεις φορές
περισσότερο από τον μέσο
Κινέζο, ωστόσο το Πεκίνο
μπορεί πλέον να σπινάρει
το αφήγημα πως το
οικονομικό-πολιτικό
μοντέλο που εφαρμόζει
έχει ήδη δημιουργήσει
συνθήκες προσωπικής και
κοινωνικής ευημερίας, οι
οποίες σε ένα επίπεδο
ξεπερνούν τις δυτικές,
αμφισβητώντας μαζί και
την υπεροχή του
αμερικανικού
φιλελεύθερου
καπιταλισμού.
Με
όρους αγοραστικής ισχύος
η κινεζική οικονομία
έχει ήδη ξεπεράσει την
αμερικανική
Την
ίδια στιγμή, η κινεζική
κυβέρνηση έχει
προχωρήσει ταχύτατα και
σε θεμελιώδεις
στρατιωτικές επενδύσεις,
επενδύοντας στην
τεχνολογική
βελτιστοποίηση των
κινεζικών αμυντικών
συστημάτων, και στην
–αυταπόδεικτη– ενίσχυση
του κινεζικού
εξοπλιστικού
αποτυπώματος.
Ενδεικτικά, οι κινεζικές
αμυντικές δαπάνες πλέον
ξεπερνούν το 7% ετησίως,
με τον σχετικό δείκτη να
εμφανίζει συνεχείς
αυξήσεις καθ’ όλη τη
διάρκεια του 21ου αιώνα.
Περίπου το 70% των
κινεζικών πολεμικών
πλοίων έχει παραχθεί από
το 2010 και μετά –με
ό,τι αυτό συνεπάγεται
για τη δυναμική της
κινεζικής αμυντικής
βιομηχανίας, αλλά και
την επιθετική και
αποτρεπτική ισχύ των
κινεζικών συστημάτων– τα
οποία σε αριθμό
υπερέχουν πλέον των
αμερικανικών. Σύμφωνα με
τις εκτιμήσεις του
Αμερικανικού Πενταγώνου,
μέχρι τα μέσα της
επόμενης δεκαετίας, το
κινεζικό πολεμικό
ναυτικό θα αριθμεί
σχεδόν 500 πολεμικά
πλοία, τη στιγμή που το
αμερικανικό θα έχει στη
διάθεσή του κάτι
περισσότερα από 300, σε
μια συνθήκη η οποία
αυτονόητα θα
δημιουργήσει συνθήκες
ασυμμετρίας στον Δυτικό
Ειρηνικό Ωκεανό και τη
Νότια Σινική Θάλασσα.
Την
ίδια στιγμή, το Πεκίνο
έχει πλέον στη διάθεσή
του κινεζικής κατασκευής
υπερηχητικούς
βαλλιστικούς πυραύλους
μεγάλου βεληνεκούς –η
εμβέλειά τους ξεπερνά τα
8.000 χιλιόμετρα– οι
οποίοι έχουν, φυσικά, τη
δυνατότητα να φέρουν
πυρηνικές κεφαλές
κλιμακούμενης ισχύος, με
την κινεζική αμυντική
βιομηχανία να προσθέτει
πλέον περίπου 100 τον
χρόνο στο συνολικό της
πυρηνικό οπλοστάσιο.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις του
Αμερικανικού Πενταγώνου,
μέχρι τα μέσα της
επόμενης δεκαετίας, το
κινεζικό πολεμικό
ναυτικό θα αριθμεί
σχεδόν 500 πολεμικά
πλοία, ενώ το
αμερικανικό κάτι
περισσότερα από 300
Τα
παραπάνω στοιχεία είναι
μόνο ορισμένα από εκείνα
που αναδεικνύουν την
ισχυροποίηση της Κίνας
σε επίπεδο σκληρής
ισχύος, ήτοι σε
οικονομικό και
στρατιωτικό επίπεδο.
Συγκριτικά με τις ΗΠΑ, η
Κίνα παραμένει
υποδεέστερη, ωστόσο όχι
μόνο έχει σαφώς
ξεχωρίσει από τη Ρωσία
και την Ινδία, αλλά η
δυναμική τόσο της
κινεζικής οικονομίας,
όσο και της ενίσχυσης
των κινεζικών ενόπλων
δυνάμεων, φαίνεται πως
επιβεβαιώνει τη θεωρία
του Άλισον: το Πεκίνο
όντως αποτελεί την
ανερχόμενη υπερδύναμη, η
οποία έρχεται να
αμφισβητήσει την
κυριαρχία της Ουάσιγκτον
όπως την απολαμβάνει από
το τέλος του Ψυχρού
Πολέμου έως και σήμερα.
Το κινεζικό μομέντουμ
δεν επιδέχεται
αμφισβήτησης· το
ερώτημα, ωστόσο, που
παραμένει, αφορά τον
τρόπο με τον οποίο ο Σι
σκοπεύει να το
εκμεταλλευτεί.
Η
αναδυόμενη ήπια ισχύς
της Κίνας
Ο
πατέρας της ήπιας ισχύος
–και συνάδελφος του
Άλισον– Τζόζεφ Νάι,
ορίζει με τον
συγκεκριμένο όρο τη
δυνατότητα μιας δύναμης
να επιτυγχάνει τους
στόχους της μέσω της
έλξης της, αντί μέσω του
οικονομικού ή
στρατιωτικού
εξαναγκασμού. Ένα
κρίσιμο στοιχείο εδώ
είναι πως, ο ίδιος ο
Νάι, είχε στο παρελθόν
υποστηρίξει πως
συγκεκριμένα η Κίνα
έρχεται αντιμέτωπη με το
σαφές ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα των ΗΠΑ σε
επίπεδο ήπιας ισχύος,
καθώς το Πεκίνο
αδυνατούσε ανέκαθεν να
μετατρέψει την
αυταπόδεικτη οικονομική
–και πλέον στρατιωτική–
ισχύ του σε αξιοπιστία
και συστημική
ελκυστικότητα απέναντι
στους τρίτους παίκτες
εντός του διεθνούς
συστήματος.
Ο
αυταρχικός χαρακτήρας
του κινεζικού πολιτικού
συστήματος, η άρνηση του
Πεκίνου να προσαρμοστεί
στη δυτική προσέγγιση σε
ό,τι αφορά κομβικούς
τομείς όπως τα ανθρώπινα
δικαιώματα και την
προστασία του
περιβάλλοντος, και
–φυσικά– το τεράστιο
πολιτισμικό προβάδισμα
των ΗΠΑ σε εγγύτητα με
την υπόλοιπη Δύση, όσο
όμως και σε οικονομική
επιρροή απέναντι στον
αναπτυσσόμενο κόσμο,
αποτελούσαν ανέκαθεν
σταθερές οι οποίες
περιόριζαν την ήπια ισχύ
της Κίνας, και
διατηρούσαν μέσες-άκρες
ανέπαφη εκείνη της
Ουάσιγκτον. Το πρόβλημα,
ωστόσο, με τη θεωρία του
Νάι είναι πως βασίζεται
σε μια υπόθεση, η οποία
πλέον τίθεται υπό
αμφισβήτηση: την πρόθεση
της αμερικανικής
κυβέρνησης να παραμείνει
πιστή στον αξιακό κώδικά
της αμερικανικής
εξωτερικής πολιτικής,
όπως αυτή δομήθηκε
μεταπολεμικά,
αναπτύχθηκε κατά τον
Ψυχρό Πόλεμο, και εν
τέλει εδραιώθηκε στον
μεταψυχροπολεμικό
πολιτικό χρόνο, έως ότου
αμφισβητηθεί ευθέως από
τον Τραμπ.
Οι
αλλεπάλληλες
παλινδρομήσεις του
Αμερικανού Προέδρου στο
συγκεκριμένο επίπεδο
έχουν επιτρέψει στον
Κινέζο ομόλογό του τον
απαραίτητο διπλωματικό
χώρο ώστε να καταφέρει
να πετύχει το αδιανόητο:
να παρουσιάσει το Πεκίνο
ως τον πλέον αξιόπιστο
εταίρο εντός του
διεθνούς συστήματος
συγκριτικά με την
Ουάσιγκτον. Όχι μόνο
απέναντι στα αναδυόμενα
και μη κράτη του
λεγόμενου Παγκόσμιου
Νότου –όπου η Κίνα έτσι
κι αλλιώς απολαμβάνει
πλέον ένα σαφές και
πολυδιάστατο προβάδισμα–
αλλά και στους θεωρητικά
στενότερους συμμάχους
των ΗΠΑ, τόσο ιστορικά,
όσο και πολιτικά και
πολιτισμικά.
Το
γεγονός και μόνο πως
κατά τη διάρκεια των
τελευταίων μηνών έχουν
μεταβεί στο Πεκίνο όλοι
ανεξαιρέτως οι ηγέτες
των ισχυρότερων
κρατών-μελών της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο
όμως και οι Κιρ Στάρμερ
και –κυρίως– Μαρκ
Κάρνεϊ, είναι ενδεικτικό
της ενισχυόμενης
αξιοπιστίας που πλέον
εκπέμπει διεθνώς η, κατά
τα άλλα, αυταρχική
κινεζική κυβέρνηση· το
γεγονός και μόνο πως ο
Καναδός πρωθυπουργός,
στο πλαίσιο της
πρόσφατης –και πρώτης,
εδώ και οκτώ χρόνια–
επίσημης επίσκεψής του
στο Πεκίνο, εξέφρασε
ανοιχτά το προφανές,
δηλαδή πως η ευρύτερη
αρχιτεκτονική του
διεθνούς συστήματος
βρίσκεται πλέον υπό σαφή
αμφισβήτηση, αποτελεί
την πλέον σημειολογική
εξέλιξη η οποία
επιβεβαιώνει πέραν πάσης
αμφιβολίας τη δομική
αλλαγή που συντελείται.
Το
ότι τους τελευταίους
μηνες έχουν μεταβεί στο
Πεκίνο όλοι οι ηγέτες
των ισχυρότερων
κρατών-μελών της ΕΕ,
είναι ενδεικτικό της
ενισχυόμενης αξιοπιστίας
που πλέον εκπέμπει
διεθνώς η, κατά τα άλλα,
αυταρχική κινεζική
κυβέρνηση
Πλέον, η οικονομική και
στρατιωτική δυναμική της
Κίνας, σε συνδυασμό με
τα συντριπτικά της
ανταγωνιστικά
πλεονεκτήματα σε
βιομηχανικό-μεταποιητικό-εξαγωγικό
επίπεδο –και ιδιαίτερα
στον κλάδο των σπάνιων
γαιών–, τη μετατρέπουν
αυτομάτως σε πόλο έλξης
των μεσαίων δυνάμεων, οι
οποίες καλούνται να
ανταπεξέλθουν στις
πολυδιάστατες προκλήσεις
που προκαλεί η
αυτοαμφισβήτηση της
Ουάσιγκτον ως πρωτίστως
αξιακού εγγυητή της
Δύσης.
Το
καθοριστικό σημείο εδώ
είναι πως ο Σι έχει
φροντίσει να μην
προχωρήσει σε
οποιαδήποτε κίνηση η
οποία θα μπορούσε να
αναστείλει την ενίσχυση
της κινεζικής ήπιας
ισχύος. Γνωρίζοντας πως,
έτσι κι αλλιώς, κανείς
δε θα περίμενε από τον
Κινέζο Πρόεδρο να
προχωρήσει σε
οποιουδήποτε τύπου
φιλελευθεροποίηση στο
εσωτερικό της χώρας, το
μόνο που ο Σι οφείλει να
πράξει είναι να
παραμείνει ουσιαστικά
οριακά ακίνητος. Πιστός
στο ρητό περί υπομονής
και επιμονής που
αποδίδεται στον
Κομφούκιο, ήτοι πως
«εκείνος που μετακινεί
βουνά ξεκινά με μικρές
πέτρες», ο Σι
Τζινπίνγκ έχει
φροντίσει έτσι ώστε να
κλιμακώσει σταδιακά το
επίπεδο των κινεζικών
ξένων επενδύσεων στη
Δύση, αλλά και να
αποφύγει παράλληλα
οποιουδήποτε τύπου
συμβιωτική ταύτιση με
τον Βλαντίμιρ Πούτιν
–παρά τις εξαιρετικά
θερμές σινορωσικές
σχέσεις– αφήνοντας τον
Τραμπ να σπρώξει τις
μεσαίες ευρωπαϊκές
δυνάμεις προς τη
μοναδική εναλλακτική.
Προφανώς, πολύ δύσκολα
–αν όχι ποτέ– θα
δημιουργηθεί
οποιουδήποτε τύπου
θεσμοθετημένη συμμαχία
μεταξύ της ΕΕ ή της
λεγόμενης anglosphere
και της Κίνας, καθώς
πέραν του αγεφύρωτου
πολιτισμικού χάσματος
μεταξύ των δύο πλευρών,
τα οικονομικά τους
συμφέροντα παραμένουν σε
σημαντικό βαθμό
ανταγωνιστικά. Ωστόσο το
γεγονός παραμένει πως
πολλές πλέον δυτικές
πρωτεύουσες δεν βλέπουν
με τον ίδιο εχθρικό
τρόπο το Πεκίνο, με τη
σύσφιξη οποιασδήποτε
πτυχής των διμερών και
πολυμερών τους σχέσεων
να παύει πλέον να
αποτελεί συνεπειοκρατική
αναγκαιότητα αλλά,
αντιθέτως, πεδίο
αμοιβαίως επωφελών
ευκαιριών.
Η
έξοδος από την Παγίδα
του Θουκυδίδη
Επιστρέφοντας στον
Άλισον και την Παγίδα
του Θουκυδίδη, είναι
μάλλον αδύνατο να
καταλήξει κανείς σε
κάποιο σαφές συμπέρασμα
ακόμα. Από τη μία, η
πυρηνική αποτροπή
αποτελεί τη μόνη
ουσιαστική δικλείδα
ασφαλείας διεθνώς, όπως
έχει αποδειχθεί ήδη από
την Κρίση της Κούβας.
Ωστόσο, από την άλλη,
κανείς δεν μπορεί να
ξέρει τι μπορεί να
προκύψει από μια ίσως
όχι και τόσο ξαφνική
στρατιωτική αποτύπωση
του κινεζικού
γεωπολιτικού
επεκτατισμού στην
ευρύτερη γεωπολιτική
γειτονιά της Κίνας.
Σε
κάθε περίπτωση, η
αναφορά στην Παγίδα του
Θουκυδίδη που έκανε ο Σι
στο πλαίσιο της
επίσκεψης του Τραμπ
ακούστηκε περισσότερο ως
προειδοποίηση, παρά ως
ευχή αποφυγής
οποιουδήποτε επεισοδίου
μεταξύ της Ουάσιγκτον
και του Πεκίνου. Αν
δεχθούμε πως η ανάδειξη
της Κίνας ως της
υπερδύναμης που
αμφισβητεί την
αμερικανική κυριαρχία
στηρίζεται στους δύο
πυλώνες της σκληρής και
της ήπιας ισχύος, το
Πεκίνο έχει κάνει τα
μέγιστα ώστε να
δημιουργήσει ένα
εντυπωσιακό μομέντουμ
στο πρώτο σκέλος· το
μομέντουμ του δεύτερου
οφείλεται σχεδόν
εξολοκλήρου στις
επιλογές του Τραμπ και
κανενός άλλου.
Η
έξοδος από την Παγίδα
του Θουκυδίδη ίσως να
βρίσκεται στην επιστροφή
των ΗΠΑ ως της ηγέτιδας
δύναμης της Δύσης, σε
μια συνθήκη η οποία θα
ανακόψει την –έστω και
ευκαιριακή– σύγκλιση των
δυτικών μεσαίων δυνάμεων
με το Πεκίνο, και θα
συσπειρώσει εκ νέου τη
Δύση, αν δεν την
επαναπροσδιορίσει
πλήρως. Οι Δημοκρατικοί
προς τα εκεί κοιτάζουν,
και ο Μάρκο Ρούμπιο
φαίνεται πως το
αντιλαμβάνεται πλήρως
και εκείνος. Αν ο
επόμενος Αμερικανός
Πρόεδρος επαναφέρει τον
αξιακό άξονα της
αμερικανικής εξωτερικής
πολιτικής, ενδεχομένως
το 2028 να μην είναι
πολύ αργά, τόσο για τις
ΗΠΑ, όσο –κυρίως– για τη
Δύση.
Άγης Παπαγεωργίου
(Athens Voice)
|