|
Η
επίκληση του βέτο από
την Ελλάδα υπήρξε βασικό
μέσο άσκησης πολιτικής
στην ΕΕ (22 κύρια βέτο
από την ένταξη, 1981).
Ωστόσο, προσεκτική
ανάλυση των περιπτώσεων
βέτο δείχνει ότι
ουσιαστικά η Ελλάδα
επωφελήθηκε από την
άσκησή του με θετικά
αποτελέσματα, μόνο σε
μια πολιτική ενότητα –
τη διεύρυνση της
Ευρωπαϊκής Ενωσης για
την οποία άσκησε τρεις
φορές το βέτο.
Το
Δεκέμβριο 1984 για την
ένταξη των χωρών της
Ιβηρικής (Ισπανία,
Πορτογαλία) προκειμένου
να εξασφαλίσει την
υιοθέτηση των
Μεσογειακών
Ολοκληρωμένων
Προγραμμάτων (ΜΟΠ),
πράγμα που πέτυχε το
Μάρτιο 1985. Το 1995 για
τη θέσπιση της
τελωνειακής ένωσης
Ευρωπαϊκής Ενωσης –
Τουρκίας προκειμένου να
προωθήσει την αίτηση
ένταξης της Κύπρου (με
τη συμπερίληψή της στις
σχετικές
διαπραγματεύσεις).
Το
1999 στην επίσημη
ανακήρυξη της Τουρκίας
σε «υποψήφια χώρα»
(candidate country) για
ένταξη της Κύπρου χωρίς
επίλυση του Κυπριακού,
αίτημα που ικανοποιήθηκε
με τις αποφάσεις του
Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
του Ελσίνκι (Δεκέμβριος
1999) και έτσι η Κύπρος
εντάχθηκε στην Ενωση το
2004. Ατυπο βέτο ασκούσε
βέβαια και στην
ενταξιακή διαδικασία της
Β. Μακεδονίας πριν από
τη σύναψη της συμφωνίας
των Πρεσπών (2018). Σε
όλες τις άλλες
περιπτώσεις το βέτο
ασκήθηκε είτε για
ιδεολογικούς λόγους
(δεκαετία 1980) ή για
την ικανοποίηση
περιορισμένων
συμφερόντων ή ακόμη για
αποτροπή πράξεων της
Ενωσης (SAFE/Τουρκία).
Υπό
το φως αυτών των
δεδομένων, είναι σαφές
ότι η Ελλάδα θα πρέπει
να αναδιατυπώσει την
πολιτική της υπέρ του
βέτο. Ειδικότερα, το
βέτο θα πρέπει να
διατηρηθεί μόνο για τη
διεύρυνση της Ενωσης αν
και όχι για τα ενδιάμεσα
διαπραγματευτικά στάδια,
άνοιγμα/κλείσιμο
κεφαλαίων (clusters,
κ.λπ.). Για την κοινή
εξωτερική πολιτική και
πολιτική ασφάλειας
(ΚΕΠΠΑ), το
βέτο/ομοφωνία μπορεί να
καταργηθεί με μηχανισμό
ασφάλειας για την
προστασία των ζωτικών
συμφερόντων κάθε χώρας
(emergency brake). Αυτό
που θα είχε σημασία,
ωστόσο, είναι να υπάρξει
κάποια έστω στοιχειώδης
πολιτική συζήτηση στη
διάρκεια της
προεκλογικής εκστρατείας
για το «ποια Ευρώπη»
θέλει η Ελλάδα και με
πόσα βέτο…
Ο
Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι
ομότιμος καθηγητής του
Πανεπιστημίου Αθηνών
(ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής
– σύμβουλος του ΥΠΕΞ.
Από τις εκδόσεις Ι.
Σιδέρης κυκλοφορεί το
νέο του βιβλίο με τίτλο
«Πέρα από τα Στερεότυπα.
Νέα Προοδευτική
Εξωτερική και Ευρωπαϊκή
Πολιτική».
|