|
Πριν από την έναρξη των
εχθροπραξιών η μέση
συνολική παραγωγή αργού
πετρελαίου στις χώρες
του Κόλπου (Σ. Αραβία,
ΗΑΕ, Κατάρ, Μπαχρέιν,
Κουβέιτ, Ιράκ, Ιράν)
ήταν στα 27 εκατ.
βαρέλια την ημέρα, από
τα οποία εξάγονταν
περίπου τα 22 εκατ.,
κυρίως μέσω τάνκερ (17
εκατ.) αλλά και ένα
μέρος μέσω αγωγών (5
εκατ). Εάν σε αυτή την
ποσότητα προσθέσουμε τα
υγρά κατάλοιπα (NGL’s)
και διυλισμένα προϊόντα,
τότε οι συνολικές
ποσότητες αργού και
πετρελαιοειδών που
περνούσαν καθημερινά
μέσα από τα Στενά
ξεπερνούσαν τα 20 εκατ.
βαρέλια.
Με το κλείσιμο των
Στενών οι διά θαλάσσης
εξαγωγές σχεδόν
μηδενίστηκαν –με
εξαίρεση τα 1,8 εκατ.
βαρέλια που εξήγαγε το
Ιράν στην Κίνα–, ενώ
περίπου 7-8 εκατ.
βαρέλια συνέχισαν να
εξάγονται μέσω ενός
πλέγματος χερσαίων
αγωγών, με αυτόν της Σ.
Αραβίας να καταλήγει
στην Ερυθρά Θάλασσα και
αυτόν των ΗΑΕ να φθάνει
στο λιμάνι
Fujeirah
στον Κόλπο του Ομάν. Με
δεδομένο ότι η παγκόσμια
παραγωγή αργού στις
αρχές του έτους είχε
φθάσει τα 107 εκατ.
βαρέλια ανά ημέρα, η
αγορά στις αρχές Μαρτίου
βρέθηκε αίφνης με ένα
καθαρό έλλειμμα 10,1
εκατ. βαρέλια ημερησίως,
βάσει στοιχείων του ΙΕΑ
(April,
ΙΕΑ Oil
Market
Report).
Οι εβδομάδες που
ακολούθησαν υπήρξαν
εφιαλτικές για τις
παραγωγούς εταιρείες, τα
διυλιστήρια, τις
ναυτιλιακές εταιρείες
και το πλήθος των
επιχειρήσεων που
εμπλέκονται στην αλυσίδα
ενεργειακής τροφοδοσίας.
Το στοίχημα σε
καθημερινή βάση για
πολλές από αυτές ήταν η
εξασφάλιση με κάθε τρόπο
των χαμένων βαρελιών
στην περίπτωση του
πετρελαίου, και των
χαμένων τόνων
υγροποιημένου αερίου
στην περίπτωση του
LNG.
Σε αντίθεση με την
πετρελαϊκή αγορά, οι
τιμές του LNG
δεν αυξήθηκαν υπέρμετρα
και ούτε αντιμετώπισαν
υψηλή μεταβλητότητα,
ενδεικτικό της
ετοιμότητας και
οργάνωσης της αγοράς να
καλύψει το έλλειμμα
προμήθειας που προέκυψε
από τον εκτοπισμό της
καταριανής παραγωγής.
Με την ελλείπουσα
πετρελαϊκή προμήθεια να
αντιστοιχεί αρχικά στο
9,4% της παγκόσμιας
παραγωγής –ένα νούμερο
που είναι δύσκολο εάν
όχι αδύνατο να καλυφθεί
μέσα σε λίγες εβδομάδες–
η όλη προσπάθεια για την
εξασφάλιση των χαμένων
βαρελιών εξελίχθηκε σ’
ένα σκληρό αγώνα δρόμου
με αβέβαιη έκβαση. Αφού
υπήρξαν πολλές
περιπτώσεις, κυρίως στην
Ασία και την Αφρική,
όπου διυλιστήρια και
βιομηχανίες έμειναν από
προμήθειες με αποτέλεσμα
το ξέσπασμα κοινωνικών
αναταραχών.
Και επειδή οι αγορές,
όπως και η φύση,
απεχθάνονται το κενό, το
έλλειμμα προμήθειας στο
πετρέλαιο και στο
LNG
καλύφθηκε μέσα από έναν
συνδυασμό παραγόντων.
Στην περίπτωση του
LNG
το έλλειμμα από την
αδρανοποίηση του Κατάρ,
η παραγωγή του οποίου
εκτιμάται στα 77
MPTA
και αντιστοιχεί στο 18%
της παγκόσμιας,
καλύφθηκε μέσα από την
αυξημένη παραγωγή των
ΗΠΑ, της Αυστραλίας και
της Ρωσίας, η οποία έχει
αυξήσει σημαντικά τις
εξαγωγές της προς την
Ευρώπη. Ενώ υπήρξαν
αρκετές περιπτώσεις
ανα-δρομολόγησης
αμερικανικών φορτίων
LNG,
από ευρωπαϊκούς
προορισμούς προς τις
ασιατικές αγορές, εις
βάρος πελατών στην Ε.Ε.
Σε ό,τι αφορά το
πετρέλαιο, και σύμφωνα
με υπολογισμούς της
World
Bank,
μόνο ένα μέρος του
ελλείμματος έχει
καλυφθεί – με 3,3 εκατ.
βαρέλια να προέρχονται
από τα στρατηγικά
αποθέματα των χωρών του
ΟΟΣΑ, τα 3,9 εκατ. από
φορτία στη θάλασσα που
ήσαν σε καθεστώς
κυρώσεων (που ήρθησαν
λόγω της έκτακτης
κατάστασης), 0,5 εκατ.
βαρέλια από αυξημένη
παραγωγή ορισμένων χωρών
(ΗΠΑ, Νορβηγία) και 0,5
εκατ. βαρέλια από
βιοκαύσιμα. Ομως, εάν
λάβουμε υπόψη την
αδυναμία του Ιράν να
εξάγει πετρέλαιο λόγω
του αμερικανικού
ναυτικού αποκλεισμού και
τις μειωμένες ροές αργού
στους χερσαίους αγωγούς,
υπάρχει ένα πραγματικό
έλλειμμα περί τα 4,6
εκατ. βαρέλια, που είναι
εξαιρετικά δύσκολο να
καλυφθεί όσο διαρκεί ο
αποκλεισμός στα Στενά
του Ορμούζ.
Αν και το ανωτέρω
έλλειμμα νομοτελειακά θα
απαλειφθεί σε βάθος
χρόνου λόγω μείωσης της
ζήτησης (demand
destruction)
συνεπεία των υψηλών
τιμών, όπως ήδη
συμβαίνει σε πολλές
χώρες της Ε.Ε.,
συμπεριλαμβανομένης και
της Ελλάδας, η ύπαρξη
του εξασκεί σοβαρές
πιέσεις στην παγκόσμια
προμήθεια. Σύμφωνα με
παράγοντες της αγοράς,
ακόμη και εάν αύριο
γινόταν αποκατάσταση της
ελευθεροπλοΐας στον
Κόλπο, θα χρειαζόντουσαν
αρκετοί μήνες για να
επανέλθει η παραγωγή στα
πρότερα επίπεδα και να
επιστρέψει η διεθνής
αγορά σε κατάσταση
ισορροπίας. Μέχρι τότε
και λόγω των
δυσλειτουργιών που
αναπόφευκτα θα υπάρξουν,
η εκτίμηση είναι ότι οι
τιμές θα κυμανθούν σε
υψηλά σχετικά επίπεδα.
*Ο κ. Κωστής Σταμπολής
είναι ενεργειακός
αναλυτής και πρόεδρος
του ΙΕΝΕ.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|