|
Στο
σενάριο «ομαλής
μετάβασης», όπου οι
κυβερνήσεις προχωρούν
έγκαιρα και συντονισμένα
σε μέτρα μείωσης
εκπομπών, η Ελλάδα
εξακολουθεί να εμφανίζει
σημαντικές απώλειες από
χρόνιους φυσικούς
κινδύνους, που
εκτιμώνται έως και κοντά
στο 4,8% του ΑΕΠ. Ακόμη
και σε αυτό το ευνοϊκό
πλαίσιο, η χώρα
κατατάσσεται στις πιο
εκτεθειμένες οικονομίες
της ΕΕ, μαζί με την
Κύπρο, λόγω των ήδη
υψηλών θερμοκρασιών και
της γεωγραφικής της
θέσης.
Στο
σενάριο «αργής και
ανομοιόμορφης
προσαρμογής», που
θεωρείται από αρκετούς
αναλυτές πιο ρεαλιστικό,
οι οικονομικές απώλειες
αυξάνονται, τόσο από
φυσικούς κινδύνους όσο
και από το κόστος
μετάβασης. Για την
Ελλάδα, οι συνολικές
επιπτώσεις ενδέχεται να
προσεγγίσουν το 5% του
ΑΕΠ, με τις
καθυστερήσεις στη λήψη
μέτρων να επιβαρύνουν το
τελικό οικονομικό
αποτύπωμα.
Στο
δυσμενέστερο σενάριο
«Hot House World», όπου
δεν λαμβάνονται
ουσιαστικά πρόσθετα
μέτρα για τον περιορισμό
της υπερθέρμανσης, η
Ελλάδα και η Κύπρος
εμφανίζονται ως οι πιο
ευάλωτες οικονομίες στην
ΕΕ, με πιθανές απώλειες
που ξεπερνούν το 7% του
ΑΕΠ έως το 2050. Σε αυτό
το περιβάλλον, οι
φυσικοί κίνδυνοι
κυριαρχούν πλήρως ως
παράγοντας οικονομικής
επιβάρυνσης.
Η
Scope επισημαίνει ότι σε
ευρωπαϊκό επίπεδο οι
καύσωνες και οι ξηρασίες
αποτελούν τις
σοβαρότερες απειλές για
την οικονομική
δραστηριότητα, ενώ οι
πλημμύρες και οι
τροπικοί κυκλώνες έχουν
μικρότερο συνολικό
αντίκτυπο. Για την
Ελλάδα, ιδιαίτερη
ευπάθεια καταγράφεται
κυρίως στους χρόνιους
κινδύνους που
σχετίζονται με την άνοδο
της θερμοκρασίας και τη
μείωση της
παραγωγικότητας.
Συνολικά, η ανάλυση
αναδεικνύει ότι η
κλιματική αλλαγή
εξελίσσεται σε
καθοριστικό παράγοντα
οικονομικού ρίσκου για
τη Νότια Ευρώπη, με την
Ελλάδα να βρίσκεται
σταθερά στο επίκεντρο
των πιο αρνητικών
προβλέψεων σε όλα τα
εξεταζόμενα σενάρια.

|