|
Στο επίκεντρο αυτής της
αποδυνάμωσης βρέθηκαν οι
επενδύσεις παγίων. Το
2010, για πρώτη φορά από
τότε που καταγράφονται
σχετικά στοιχεία από την
ΕΛΣΤΑΤ, οι επενδύσεις
δεν επαρκούσαν ούτε για
την αντικατάσταση του
κεφαλαιουχικού
εξοπλισμού που
αποσυρόταν λογιστικά από
την παραγωγική
διαδικασία.
Το αποτέλεσμα ήταν η
εμφάνιση αρνητικών
καθαρών επενδύσεων και η
σταδιακή συρρίκνωση του
παραγωγικού κεφαλαίου
της χώρας. Η κατάσταση
αυτή διατηρήθηκε για
δώδεκα συνεχόμενα
χρόνια, από το 2010 έως
το 2021, οδηγώντας σε
συνολική απώλεια παγίου
κεφαλαίου ύψους 88,7
δισ. ευρώ σε τρέχουσες
τιμές.
Η Eurobank
Research
σημειώνει ότι η εξέλιξη
αυτή αποτύπωσε τη βαθιά
εξασθένηση των
παραγωγικών δυνατοτήτων
της οικονομίας από την
πλευρά του κεφαλαίου,
καθώς η Ελλάδα
λειτουργούσε με ολοένα
χαμηλότερο παραγωγικό
εξοπλισμό και
περιορισμένες
δυνατότητες δημιουργίας
νέου πλούτου.
Η εικόνα άρχισε να
διαφοροποιείται από το
2022 και μετά, όταν οι
καθαρές επενδύσεις
παγίων επέστρεψαν σε
θετικό έδαφος. Η
μεταστροφή αυτή όχι μόνο
διατηρήθηκε, αλλά
ενισχύθηκε περαιτέρω
μέχρι και το 2025.
Η ανάλυση αποδίδει τη
βελτίωση κυρίως στην
αξιοποίηση των πόρων του
Ταμείο Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας, αλλά και
στη συνολική βελτίωση
της δημοσιονομικής και
χρηματοπιστωτικής θέσης
της χώρας, η οποία
αποτυπώθηκε και στην
ανάκτηση της επενδυτικής
βαθμίδας.
Το 2025 ο ακαθάριστος
σχηματισμός παγίου
κεφαλαίου διαμορφώθηκε
στο 16,9% του
ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ οι
αποσβέσεις ανήλθαν στο
12,9%. Ως αποτέλεσμα, οι
καθαρές επενδύσεις
αυξήθηκαν στο 3,9% του
ΑΕΠ, έναντι 2,9% το
2024, 2,5% το 2023 και
2% το 2022.
Σε απόλυτους αριθμούς,
κατά την τετραετία
2022-2025 ο
κεφαλαιουχικός
εξοπλισμός της
οικονομίας ενισχύθηκε
κατά 26,4 δισ. ευρώ,
καλύπτοντας σχεδόν το
30% των απωλειών που
είχαν καταγραφεί την
περίοδο 2010-2021.
Κύριος μοχλός αυτής της
ανάκαμψης ήταν οι μη
χρηματοοικονομικές
επιχειρήσεις, ενώ
σημαντική αποδείχθηκε
και η συμβολή της
γενικής κυβέρνησης μέσω
δημόσιων επενδυτικών
έργων και
συγχρηματοδοτούμενων
προγραμμάτων.
Παρά τη βελτίωση της
επενδυτικής
δραστηριότητας, η μελέτη
επισημαίνει ότι η
ελληνική οικονομία
εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει ένα σοβαρό
διαρθρωτικό πρόβλημα: τη
χαμηλή εγχώρια
αποταμίευση.
Η Eurobank
τονίζει ότι, αν και μια
ανοιχτή οικονομία μπορεί
να επενδύει περισσότερο
από όσο αποταμιεύει μέσω
εξωτερικής
χρηματοδότησης ή ξένων
επενδύσεων, η υπερβολική
διεύρυνση αυτού του
κενού δημιουργεί
κινδύνους για τη
μακροοικονομική
σταθερότητα, όπως είχε
συμβεί στην Ελλάδα μετά
την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση.
Το 2025 η συνολική
αποταμίευση διαμορφώθηκε
στο 11,7% του ΑΕΠ, από
10,9% το 2024, με τη
μεγαλύτερη συμβολή να
προέρχεται από τις μη
χρηματοοικονομικές
επιχειρήσεις και τη
γενική κυβέρνηση.
Αντίθετα, τα νοικοκυριά
συνέχισαν να εμφανίζουν
αρνητική αποταμίευση, η
οποία διαμορφώθηκε στο
-1,8% του ΑΕΠ ή περίπου
-4,4 δισ. ευρώ, στοιχείο
που αντανακλά τη διαρκή
πίεση στα διαθέσιμα
εισοδήματα αλλά και το
υψηλό κόστος διαβίωσης.
Η κρίση επηρέασε
σημαντικά και το
εργατικό δυναμικό της
χώρας. Την περίοδο
2010-2019, το εργατικό
δυναμικό μειώθηκε κατά
περίπου 299 χιλιάδες
άτομα ή 5,9%, κυρίως
λόγω της μετανάστευσης
νέων εργαζομένων στο
εξωτερικό, αλλά και
εξαιτίας των δυσμενών
δημογραφικών εξελίξεων.
Ωστόσο, το 2025
καταγράφηκε βελτίωση,
καθώς το εργατικό
δυναμικό ανήλθε στα 4,76
εκατομμύρια άτομα,
αυξημένο κατά 31,8
χιλιάδες σε σχέση με το
2019. Παρά τη μείωση του
συνολικού πληθυσμού, το
ποσοστό συμμετοχής στην
αγορά εργασίας αυξήθηκε
στο 52,9%, έναντι 52% το
2019.
Η Eurobank
εκτιμά ότι η ελληνική
οικονομία βρίσκεται
πλέον σε τροχιά
σταδιακής αποκατάστασης
των παραγωγικών της
δυνατοτήτων, ωστόσο
επισημαίνει ότι η
διατηρήσιμη ανάπτυξη
προϋποθέτει συνέχιση και
ποιοτική αναβάθμιση των
επενδύσεων, ενίσχυση της
εγχώριας αποταμίευσης,
βελτίωση της
παραγωγικότητας και
διεύρυνση του εργατικού
δυναμικού.
Σύμφωνα με την ανάλυση,
μόνο υπό αυτές τις
προϋποθέσεις η ελληνική
οικονομία θα μπορέσει να
αυξήσει ουσιαστικά το
δυνητικό προϊόν της και
να ακολουθήσει μια πιο
ανθεκτική και βιώσιμη
αναπτυξιακή πορεία τα
επόμενα χρόνια.

|