| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 14/05/2026

 

 

Η ελληνική οικονομία χρειάστηκε περισσότερο από μία δεκαετία όχι μόνο για να ανακτήσει μέρος των απωλειών της κρίσης χρέους, αλλά και για να επαναφέρει σταδιακά τις ίδιες τις παραγωγικές της δυνατότητες. Η κρίση δεν προκάλεσε απλώς βαθιά ύφεση και απώλεια εισοδήματος, αλλά οδήγησε σε σημαντική αποδυνάμωση του παραγωγικού ιστού της χώρας, μέσω της συρρίκνωσης του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, της υποχώρησης της παραγωγικότητας και της μείωσης του εργατικού δυναμικού.

Σύμφωνα με νέα ανάλυση της Eurobank Research, η εικόνα αυτή αρχίζει πλέον να αλλάζει, καθώς η πολυετής περίοδος αποεπένδυσης φαίνεται να ολοκληρώνεται και η οικονομία να εισέρχεται σταδιακά σε φάση ανασυγκρότησης των παραγωγικών της δυνατοτήτων.

Η μελέτη επισημαίνει ότι η κρίση χρέους είχε βαθύτερες επιπτώσεις από τη μείωση του πραγματικού ΑΕΠ, καθώς περιόρισε ουσιαστικά το δυνητικό προϊόν της ελληνικής οικονομίας. Η χώρα λειτουργούσε επί χρόνια με ολοένα μικρότερη παραγωγική βάση, γεγονός που περιόριζε τις δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης.

 

Στο επίκεντρο αυτής της αποδυνάμωσης βρέθηκαν οι επενδύσεις παγίων. Το 2010, για πρώτη φορά από τότε που καταγράφονται σχετικά στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ, οι επενδύσεις δεν επαρκούσαν ούτε για την αντικατάσταση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού που αποσυρόταν λογιστικά από την παραγωγική διαδικασία.

Το αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση αρνητικών καθαρών επενδύσεων και η σταδιακή συρρίκνωση του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε για δώδεκα συνεχόμενα χρόνια, από το 2010 έως το 2021, οδηγώντας σε συνολική απώλεια παγίου κεφαλαίου ύψους 88,7 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές.

Η Eurobank Research σημειώνει ότι η εξέλιξη αυτή αποτύπωσε τη βαθιά εξασθένηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας από την πλευρά του κεφαλαίου, καθώς η Ελλάδα λειτουργούσε με ολοένα χαμηλότερο παραγωγικό εξοπλισμό και περιορισμένες δυνατότητες δημιουργίας νέου πλούτου.

Η εικόνα άρχισε να διαφοροποιείται από το 2022 και μετά, όταν οι καθαρές επενδύσεις παγίων επέστρεψαν σε θετικό έδαφος. Η μεταστροφή αυτή όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά ενισχύθηκε περαιτέρω μέχρι και το 2025.

Η ανάλυση αποδίδει τη βελτίωση κυρίως στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αλλά και στη συνολική βελτίωση της δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής θέσης της χώρας, η οποία αποτυπώθηκε και στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Το 2025 ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου διαμορφώθηκε στο 16,9% του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ οι αποσβέσεις ανήλθαν στο 12,9%. Ως αποτέλεσμα, οι καθαρές επενδύσεις αυξήθηκαν στο 3,9% του ΑΕΠ, έναντι 2,9% το 2024, 2,5% το 2023 και 2% το 2022.

Σε απόλυτους αριθμούς, κατά την τετραετία 2022-2025 ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της οικονομίας ενισχύθηκε κατά 26,4 δισ. ευρώ, καλύπτοντας σχεδόν το 30% των απωλειών που είχαν καταγραφεί την περίοδο 2010-2021.

Κύριος μοχλός αυτής της ανάκαμψης ήταν οι μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, ενώ σημαντική αποδείχθηκε και η συμβολή της γενικής κυβέρνησης μέσω δημόσιων επενδυτικών έργων και συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων.

Παρά τη βελτίωση της επενδυτικής δραστηριότητας, η μελέτη επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα σοβαρό διαρθρωτικό πρόβλημα: τη χαμηλή εγχώρια αποταμίευση.

Η Eurobank τονίζει ότι, αν και μια ανοιχτή οικονομία μπορεί να επενδύει περισσότερο από όσο αποταμιεύει μέσω εξωτερικής χρηματοδότησης ή ξένων επενδύσεων, η υπερβολική διεύρυνση αυτού του κενού δημιουργεί κινδύνους για τη μακροοικονομική σταθερότητα, όπως είχε συμβεί στην Ελλάδα μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Το 2025 η συνολική αποταμίευση διαμορφώθηκε στο 11,7% του ΑΕΠ, από 10,9% το 2024, με τη μεγαλύτερη συμβολή να προέρχεται από τις μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις και τη γενική κυβέρνηση.

Αντίθετα, τα νοικοκυριά συνέχισαν να εμφανίζουν αρνητική αποταμίευση, η οποία διαμορφώθηκε στο -1,8% του ΑΕΠ ή περίπου -4,4 δισ. ευρώ, στοιχείο που αντανακλά τη διαρκή πίεση στα διαθέσιμα εισοδήματα αλλά και το υψηλό κόστος διαβίωσης.

Η κρίση επηρέασε σημαντικά και το εργατικό δυναμικό της χώρας. Την περίοδο 2010-2019, το εργατικό δυναμικό μειώθηκε κατά περίπου 299 χιλιάδες άτομα ή 5,9%, κυρίως λόγω της μετανάστευσης νέων εργαζομένων στο εξωτερικό, αλλά και εξαιτίας των δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων.

Ωστόσο, το 2025 καταγράφηκε βελτίωση, καθώς το εργατικό δυναμικό ανήλθε στα 4,76 εκατομμύρια άτομα, αυξημένο κατά 31,8 χιλιάδες σε σχέση με το 2019. Παρά τη μείωση του συνολικού πληθυσμού, το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας αυξήθηκε στο 52,9%, έναντι 52% το 2019.

Η Eurobank εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται πλέον σε τροχιά σταδιακής αποκατάστασης των παραγωγικών της δυνατοτήτων, ωστόσο επισημαίνει ότι η διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει συνέχιση και ποιοτική αναβάθμιση των επενδύσεων, ενίσχυση της εγχώριας αποταμίευσης, βελτίωση της παραγωγικότητας και διεύρυνση του εργατικού δυναμικού.

Σύμφωνα με την ανάλυση, μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να αυξήσει ουσιαστικά το δυνητικό προϊόν της και να ακολουθήσει μια πιο ανθεκτική και βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία τα επόμενα χρόνια.

                

                    

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 

Σχόλια Αναγνωστών

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum