|
$140 δισ. για την
πολιτική μάχη της
AI
Η ισχυρότερη
χρηματοδοτούμενη ομάδα
lobbying
υπέρ της τεχνητής
νοημοσύνης έχει
συγκεντρώσει περίπου
140 εκατ.
δολάρια, κυρίως
από στελέχη της
OpenAI,
την εταιρεία λογισμικού
Palantir
Technologies
και την επενδυτική
εταιρεία
Andreessen
Horowitz.
Η βασική φιλοδοξία είναι
να δημιουργηθεί ένα
αντίστοιχο πολιτικό
δίκτυο με αυτό που
ανέπτυξε ο κλάδος των
crypto.
Το παράδειγμα των
κρυπτονομισμάτων είναι
εντυπωσιακό.
Η πολιτική επιτροπή
Fairshake,
με σημαντική
χρηματοδότηση μεταξύ
άλλων από την
Andreessen
Horowitz,
βοήθησε το 2024 να
εκλεγούν υποψήφιοι
φιλικοί προς τα
crypto,
ενώ συνέβαλε στην
απομάκρυνση πολιτικών
που υποστήριζαν
αυστηρότερη ρύθμιση.
Στις εκλογικές
αναμετρήσεις που
στόχευσε, οι
υποστηρικτές των
crypto
κέρδισαν 53 από
τις 58, ενώ ο
κλάδος απέκτησε έναν
πρόεδρο ιδιαίτερα θετικό
απέναντί του.
Η επιτυχία αυτή
δημιούργησε ένα
προηγούμενο που τώρα
επιχειρεί να αξιοποιήσει
η βιομηχανία της
AI.
Όμως η AI
αντιμετωπίζει πολύ
ισχυρότερη αντίσταση
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη
διαφορά.
Ενώ τα crypto
δεν διέθεταν το 2024 μια
αντίστοιχου μεγέθους
πολιτική δύναμη απέναντί
τους, η AI
έχει ήδη να
αντιμετωπίσει έναν καλά
χρηματοδοτούμενο
αντίπαλο.
Κεντρικό ρόλο
διαδραματίζει η
Anthropic,
δημιουργός του
Claude,
ενός από τους βασικούς
ανταγωνιστές του
ChatGPT.
Η Anthropic
χρηματοδοτεί την
Public
First
Action
και συνδεδεμένες ομάδες
με περίπου 80
εκατ. δολάρια,
με στόχο, μεταξύ άλλων,
τον περιορισμό των
σημαντικότερων κινδύνων
που συνδέονται με την
τεχνητή νοημοσύνη.
Αυτό δημιουργεί μια
εντελώς διαφορετική
πολιτική δυναμική.
Δεν έχουμε πλέον απλώς
μια βιομηχανία που
προσπαθεί να αγοράσει
πολιτική επιρροή.
Έχουμε δύο
πλευρές της ίδιας
τεχνολογικής επανάστασης
να συγκρούονται για το
ποιο θα είναι το
ρυθμιστικό πλαίσιο της
AI.
Το πρόβλημα δεν είναι
μόνο η ρύθμιση – είναι
και το κόστος της
AI
Η πολιτική πίεση
εναντίον της AI
δεν
περιορίζεται στους
κινδύνους από τα ίδια τα
μοντέλα.
Ένα από τα μεγαλύτερα
προβλήματα αφορά πλέον
την τεράστια ενεργειακή
κατανάλωση των
data
centers.
Κυβερνήτες και άλλοι
πολιτειακοί αξιωματούχοι
κέρδισαν εκλογές πέρυσι
υποσχόμενοι να
περιορίσουν την άνοδο
των λογαριασμών
ηλεκτρικής ενέργειας,
την οποία συνέδεαν με
την αυξανόμενη ζήτηση
από τις υποδομές
τεχνητής νοημοσύνης.
Το ζήτημα είναι
ιδιαίτερα ευαίσθητο
επειδή η ανάπτυξη της
AI
απαιτεί τεράστιες
επενδύσεις σε:
data
centers,
ηλεκτρική ενέργεια,
δίκτυα μεταφοράς,
ημιαγωγούς,
συστήματα ψύξης,
υποδομές cloud.
Άρα, η πολιτική
αντιπαράθεση δεν αφορά
πλέον μόνο το αν η
AI
θα πρέπει να ρυθμιστεί.
Αφορά και το
ποιος θα πληρώσει για
την υποδομή που
χρειάζεται για να
αναπτυχθεί.
Η κοινωνία γίνεται
ολοένα πιο επιφυλακτική
Τα στοιχεία της κοινής
γνώμης αποτελούν ίσως το
μεγαλύτερο εμπόδιο για
τη βιομηχανία.
Σε δημοσκόπηση
Reuters/Ipsos
τον Ιούνιο, περίπου
τα δύο τρίτα των
Δημοκρατικών και οι
μισοί Ρεπουμπλικανοί
δήλωσαν ότι θα
αντιτίθεντο στη
δημιουργία data
centers
στις κοινότητές τους.
Πρόκειται για ένα
εξαιρετικά σημαντικό
εύρημα.
Η AI
μπορεί να παρουσιάζεται
από τις επιχειρήσεις ως
η τεχνολογία που θα
αυξήσει την
παραγωγικότητα, θα
δημιουργήσει νέες θέσεις
εργασίας και θα
ενισχύσει την
αμερικανική
ανταγωνιστικότητα.
Για έναν ψηφοφόρο όμως,
το ερώτημα μπορεί να
είναι πολύ πιο απλό:
«Γιατί πρέπει να πληρώνω
ακριβότερο ηλεκτρικό
ρεύμα για να λειτουργούν
τα data
centers
μιας μεγάλης
τεχνολογικής εταιρείας;»
Αυτό είναι ένα πολιτικό
επιχείρημα πολύ πιο
εύκολο να γίνει
κατανοητό από μια
συζήτηση για το
long-term
economic
surplus
της τεχνητής νοημοσύνης.
Η προσπάθεια της
κυβέρνησης Trump
να περιορίσει τις
πολιτειακές ρυθμίσεις
Η κυβέρνηση Trump
έχει προωθήσει
προσπάθεια να περιορίσει
τη δυνατότητα των
πολιτειών να θεσπίζουν
διαφορετικούς κανόνες
για την AI.
Ο στόχος είναι να
αποφευχθεί ένα
κατακερματισμένο
ρυθμιστικό περιβάλλον
στις ΗΠΑ, όπου κάθε
πολιτεία θα μπορούσε να
εφαρμόζει διαφορετικούς
κανόνες.
Όμως η συγκεκριμένη
πρόταση αντιμετώπισε
σημαντικές αντιδράσεις
και τελικά αφαιρέθηκε
από τις ομοσπονδιακές
προτάσεις, όταν έγινε
σαφές ότι δεν υπήρχε
επαρκής πολιτική
υποστήριξη.
Το γεγονός αυτό είναι
ιδιαίτερα σημαντικό.
Δείχνει ότι ακόμη και
μια κυβέρνηση που
αντιμετωπίζει θετικά την
τεχνολογική ανάπτυξη δεν
μπορεί εύκολα να
επιβάλει ένα πλαίσιο
πλήρους αυτορρύθμισης.
Η AI
έχει πλέον και
οργανωμένο αντίπαλο
Η πολιτική μάχη,
επομένως, εισέρχεται σε
νέα φάση.
Από τη μία πλευρά
βρίσκονται οι εταιρείες
και οι επενδυτές που
υποστηρίζουν ότι η
Αμερική πρέπει να
επιτρέψει στην AI
να αναπτυχθεί όσο το
δυνατόν γρηγορότερα,
χωρίς υπερβολικούς
περιορισμούς.
Από την άλλη βρίσκονται
οργανώσεις που
υποστηρίζουν αυστηρότερη
εποπτεία, περιορισμούς
στους κινδύνους της
τεχνολογίας και
μεγαλύτερη προστασία των
πολιτών.
Και οι δύο πλευρές
διαθέτουν πλέον
σημαντικούς οικονομικούς
πόρους.
Αυτό διαφοροποιεί
δραματικά το περιβάλλον
από εκείνο των
crypto
το 2024.
Η Leading
the
Future,
ο βασικός φιλο-AI
super
PAC,
έχει τη δυνατότητα να
συγκεντρώνει και να
δαπανά απεριόριστα ποσά
για πολιτικές
εκστρατείες.
Στόχος του είναι να
πλησιάσει την πολιτική
επιτυχία που πέτυχε το
Fairshake.
Όμως η αντιπολίτευση
έχει ήδη οργανωθεί.
Το κρίσιμο σημείο για
τους επενδυτές
Υπάρχει εδώ μια
σημαντική αντίφαση.
Η κούρσα για την
ανάπτυξη της AI
μπορεί να έχει
πολλούς οικονομικούς
νικητές. Μπορεί
να κερδίσουν οι
κατασκευαστές
chips,
οι hyperscalers,
οι εταιρείες
cloud,
οι κατασκευαστές
data
centers,
οι πάροχοι ενέργειας και
οι εταιρείες λογισμικού.
Η πολιτική όμως
λειτουργεί διαφορετικά.
Οι εκλογές έχουν νικητές
και ηττημένους.
Αυτό σημαίνει ότι η
βιομηχανία της AI
δεν χρειάζεται
απαραίτητα να χάσει την
πολιτική μάχη για να
αντιμετωπίσει
προβλήματα.
Αρκεί η αντίσταση να
είναι αρκετά ισχυρή ώστε
να μειώσει την
αποτελεσματικότητα των
χρημάτων που δαπανά ο
κλάδος για την εκλογή
υποψηφίων που τάσσονται
υπέρ της ελεύθερης
ανάπτυξης της
τεχνολογίας.
Και αυτό ακριβώς είναι
το βασικό συμπέρασμα της
ανάλυσης.
Από τα crypto
στην AI:
διαφορετική πολιτική
εποχή
Τα crypto
κατάφεραν να μετατρέψουν
την οικονομική τους ισχύ
σε πολιτική επιρροή με
εντυπωσιακή ταχύτητα.
Η AI
προσπαθεί να κάνει το
ίδιο.
Όμως αντιμετωπίζει ένα
πολύ δυσκολότερο
περιβάλλον:
ακριβότερη ενέργεια,
αντιδράσεις για τα
data
centers,
φόβους για τις θέσεις
εργασίας, ανησυχίες για
την ασφάλεια των
μοντέλων και, κυρίως,
μια κοινή γνώμη που δεν
έχει ακόμη πειστεί ότι
τα οφέλη της τεχνητής
νοημοσύνης θα μοιραστούν
δίκαια.
Για τις εταιρείες
AI,
επομένως, η πολιτική
δαπάνη μπορεί να
αποδειχθεί αναγκαία,
αλλά όχι αρκετή.
Το μεγάλο στοίχημα της
επόμενης περιόδου δεν θα
είναι μόνο ποιος
θα κατασκευάσει τα
ισχυρότερα μοντέλα.
Θα είναι και
ποιος θα καταφέρει να
πείσει τους ψηφοφόρους
ότι αξίζει να επιτρέψουν
στην
AI
να αναπτυχθεί χωρίς να
περιορίσουν το κόστος
και τους κινδύνους που
τη συνοδεύουν.
Πηγή: Reuters
Breaking Views
|