|
Πάνω από 1 δισ. δολάρια
πιθανών εισροών
Η JP
Morgan
έχει υιοθετήσει μία από
τις πιο θετικές
προσεγγίσεις,
αναβαθμίζοντας τις
ελληνικές μετοχές σε
overweight.
Στην εκτίμησή της
συνδυάζει τις ακόμη
ελκυστικές αποτιμήσεις
με τις σημαντικές
αλλαγές που αναμένονται
στη σύνθεση των διεθνών
δεικτών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η εκτίμηση
ότι η ένταξη ελληνικών
μετοχών στους δείκτες
Stoxx
Europe
600 θα μπορούσε να
οδηγήσει σε παθητικές
εισροές περίπου 1,015
δισ. δολαρίων. Πρόκειται
για κεφάλαια που θα
κατευθυνθούν στην
ελληνική αγορά από
funds
τα οποία παρακολουθούν
τους συγκεκριμένους
δείκτες.
Το μεγαλύτερο μέρος των
εισροών αναμένεται να
αφορά τις τέσσερις
συστημικές τράπεζες:
|
Μετοχή
|
Εκτιμώμενες
εισροές
|
|
Εθνική Τράπεζα
|
288,6 εκατ. δολ.
|
|
Eurobank
|
232,5 εκατ. δολ.
|
|
Τράπεζα Πειραιώς
|
220,1 εκατ. δολ.
|
|
Alpha Bank
|
146,6 εκατ. δολ.
|
|
Σύνολο 4
τραπεζών
|
887,8
εκατ. δολ.
|
Επιπλέον κεφάλαια
εκτιμάται ότι θα
κατευθυνθούν σε
εταιρείες όπως η ΔΕΗ, η
Metlen,
ο ΟΤΕ, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και η
Aegean
Airlines.
Πέρα από το άμεσο
χρηματιστηριακό όφελος,
μια τέτοια εξέλιξη θα
ενίσχυε τη διεθνή
αναγνωρισιμότητα και τη
ρευστότητα των ελληνικών
εισηγμένων.
Η αλλαγή κατηγορίας και
η νέα δεξαμενή κεφαλαίων
Ένας δεύτερος καταλύτης
είναι η σταδιακή
επιστροφή της Ελλάδας
στην κατηγορία των
ανεπτυγμένων αγορών. Η
εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
η χώρα είχε υποβαθμιστεί
από τις ανεπτυγμένες
στις αναδυόμενες αγορές
το 2013.
Η μετάβαση, βέβαια, δεν
σημαίνει αυτόματα μόνο
εισροές. Η Ελλάδα θα
πάψει να αποτελεί
προορισμό για ένα μέρος
των funds
που επενδύουν
αποκλειστικά στις
αναδυόμενες αγορές. Από
την άλλη πλευρά, όμως,
ανοίγει την πόρτα σε μια
πολύ μεγαλύτερη δεξαμενή
κεφαλαίων που
παρακολουθούν τους
δείκτες των
developed
markets.
Το timing
είναι ιδιαίτερα
σημαντικό, καθώς η
ελληνική οικονομία
παρουσιάζει πλέον μια
εντελώς διαφορετική
εικόνα σε σχέση με την
προηγούμενη δεκαετία. Η
αποκλιμάκωση του
δημόσιου χρέους, οι
πρόωρες αποπληρωμές
δανείων στήριξης και η
βελτίωση της
δημοσιονομικής εικόνας
έχουν περιορίσει
σημαντικά το risk
premium
της χώρας.
Το ΧΑ παραμένει
φθηνότερο από την Ευρώπη
Η εικόνα των αποτιμήσεων
επιβεβαιώνει ότι, παρά
το ισχυρό ράλι, η
ελληνική αγορά δεν έχει
χάσει πλήρως το
πλεονέκτημα της
αποτίμησης.
Η HSBC
υπολογίζει το
forward
P/E
της ελληνικής αγοράς
περίπου στις 10,8 φορές.
Η Goldman
Sachs
τοποθετεί τον αντίστοιχο
δείκτη στις 10,5 φορές,
ενώ ο δείκτης τιμής προς
λογιστική αξία
διαμορφώνεται στις 1,5
φορές.
Ακόμη πιο σημαντικό
είναι ότι η
Goldman
εκτιμά τη μερισματική
απόδοση της ελληνικής
αγοράς στο 4,8% και
προβλέπει αύξηση των
κερδών ανά μετοχή κατά
12% τόσο το 2026 όσο και
το 2027.
Η Optima
δίνει μια ελαφρώς
διαφορετική εικόνα,
καθώς το εκτιμώμενο
P/E
για το 2026 έχει αυξηθεί
από 10,4 φορές τον
Ιανουάριο στις 12,3
φορές σήμερα. Ωστόσο,
ακόμη και μετά την
επανατιμολόγηση αυτή, η
Αθήνα εξακολουθεί να
εμφανίζει
discount
περίπου 22% έναντι της
Ευρώπης.
Στον δείκτη EV/EBITDA
η έκπτωση διαμορφώνεται
περίπου στο 13%, ενώ η
εκτιμώμενη μερισματική
απόδοση 3,8% παραμένει
υψηλότερη από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Με άλλα λόγια, το βασικό
επιχείρημα δεν είναι
πλέον ότι «το ΧΑ είναι
πάμφθηνο». Είναι ότι
η αγορά έχει
γίνει ακριβότερη, αλλά
όχι τόσο ακριβή όσο
άλλες αγορές που
εμφανίζουν αντίστοιχες ή
χαμηλότερες προοπτικές
ανάπτυξης και αποδόσεων.
Οι ελληνικές τράπεζες
εξακολουθούν να έχουν
discount
Στο επίκεντρο των
θετικών εκτιμήσεων
παραμένουν οι τράπεζες.
Παρά τη θεαματική
επανατιμολόγηση των
τελευταίων ετών, οι
ελληνικές τράπεζες
εξακολουθούν να
διαπραγματεύονται
φθηνότερα από τους
ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές
τους.
Η Morgan
Stanley
υπολογίζει το
discount
περίπου στο 10% σε όρους
P/E.
Η μέση αποτίμηση των
ελληνικών τραπεζών
βρίσκεται στις 8,8 φορές
τα εκτιμώμενα κέρδη του
2027, ενώ η εκτιμώμενη
απόδοση ιδίων κεφαλαίων
φθάνει το 17,6%, επίπεδο
ιδιαίτερα υψηλό για τα
ευρωπαϊκά δεδομένα.
Παράλληλα, η μέση
μερισματική απόδοση
εκτιμάται ότι μπορεί να
ανέλθει στο 5,6% το
2027.
Η JP
Morgan
υπολογίζει το
forward
P/E
των ελληνικών τραπεζών
στις 9,6 φορές, έναντι
10,6 φορές για τις
ευρωπαϊκές. Κατά την
άποψή της, η διαφορά
αυτή είναι μεγαλύτερη
από εκείνη που
δικαιολογούν τα
θεμελιώδη μεγέθη και η
κεφαλαιακή ισχύς των
ελληνικών ομίλων.
Αντίστοιχα, η UBS
βλέπει discount
περίπου 12% για το 2027.
Οι τέσσερις μεγάλες
ελληνικές τράπεζες
αποτιμώνται κατά μέσο
όρο στις 9,2 φορές τα
κέρδη, έναντι 10,4 φορές
για τον ευρωπαϊκό
τραπεζικό κλάδο και έως
10,9 φορές για τις
ισπανικές και
πορτογαλικές τράπεζες.
Το τραπεζικό
story
αλλάζει χαρακτήρα
Ίσως η σημαντικότερη
αλλαγή είναι ότι το
ελληνικό τραπεζικό
story
δεν στηρίζεται πλέον
στην εξυγίανση των
ισολογισμών.
Η προηγούμενη μεγάλη
επενδυτική ιστορία ήταν
η δραστική μείωση των μη
εξυπηρετούμενων δανείων
και η αποκατάσταση της
κεφαλαιακής επάρκειας.
Σήμερα, το ζητούμενο
είναι διαφορετικό:
η οργανική
ανάπτυξη και η διατήρηση
υψηλών αποδόσεων
κεφαλαίου.
Η αύξηση των χορηγήσεων,
η ενίσχυση των
προμηθειών, η
ανθεκτικότητα των
καθαρών εσόδων από
τόκους, ο χαμηλός
πιστωτικός κίνδυνος και
η ισχυρή κεφαλαιακή βάση
αποτελούν πλέον τους
βασικούς μοχλούς
δημιουργίας αξίας.
Η Moody’s
εκτιμά ότι η επόμενη
φάση για τις ελληνικές
τράπεζες θα βασιστεί
ακριβώς σε αυτά τα
στοιχεία. Η πιστωτική
επέκταση και η διεύρυνση
των εσόδων από
προμήθειες μπορούν να
αντισταθμίσουν τις
πιέσεις στα επιτοκιακά
περιθώρια, ενώ ο έλεγχος
του κόστους και το
χαμηλό κόστος πιστωτικού
κινδύνου διατηρούν υψηλή
την κερδοφορία.
Τα τέσσερα συστημικά
πιστωτικά ιδρύματα
εμφάνισαν συνολικά
καθαρά κέρδη περίπου 2,5
δισ. ευρώ στο πρώτο
εξάμηνο, σύμφωνα με τη
Moody’s.
Παράλληλα, τα καθαρά
έσοδα από τόκους
επέστρεψαν σε ανοδική
τροχιά, αυξανόμενα κατά
4,6% σε ετήσια βάση στα
4,3 δισ. ευρώ.
Το πραγματικό στοίχημα
για την Αθήνα
Η εικόνα που προκύπτει
είναι επομένως πιο
σύνθετη από το απλό
αφήγημα μιας «φθηνής
Ελλάδας».
Το Χρηματιστήριο Αθηνών
έχει ήδη προεξοφλήσει
ένα σημαντικό μέρος της
οικονομικής και
επιχειρηματικής
ανάκαμψης. Οι
αποτιμήσεις έχουν
αυξηθεί και η αγορά δεν
μπορεί πλέον να
στηρίζεται αποκλειστικά
στο επιχείρημα ότι
διαπραγματεύεται σε
ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Ωστόσο, το
discount
έναντι της Ευρώπης
παραμένει, ενώ τα
θεμελιώδη μεγέθη έχουν
βελτιωθεί σημαντικά. Η
ισχυρή κερδοφορία των
τραπεζών, οι υψηλές
μερισματικές αποδόσεις,
η δημοσιονομική
βελτίωση, η ανάπτυξη της
οικονομίας και κυρίως η
αλλαγή της θέσης της
Ελλάδας στους διεθνείς
δείκτες δημιουργούν ένα
διαφορετικό επενδυτικό
περιβάλλον.
Το κρίσιμο σημείο πλέον
είναι η μετάβαση από το
«re-rating
λόγω εξυγίανσης» στο «re-rating
λόγω ανάπτυξης».
Εάν οι ελληνικές
εισηγμένες καταφέρουν να
διατηρήσουν υψηλούς
ρυθμούς αύξησης κερδών,
ενώ ταυτόχρονα η αγορά
προσελκύει νέα παθητικά
και ενεργητικά κεφάλαια
από το εξωτερικό, το
discount
μπορεί να συνεχίσει να
περιορίζεται.
Και αυτή είναι ίσως η
ουσία των τελευταίων
εκθέσεων των διεθνών
οίκων: η Ελλάδα
δεν είναι πλέον η μεγάλη
χρηματιστηριακή ευκαιρία
που ήταν όταν την
αγνοούσαν οι διεθνείς
επενδυτές. Είναι όμως
μια αγορά που, παρά το
μεγάλο ράλι, εξακολουθεί
να διαθέτει αρκετά
χαρακτηριστικά ώστε να
δικαιολογεί θέση στα
διεθνή χαρτοφυλάκια.
|