|
Η τεράστια αυτή ζήτηση
μετατρέπει την προηγμένη
συσκευασία από βοηθητική
διαδικασία παραγωγής σε
στρατηγικό
κομμάτι της αλυσίδας
αξίας των ημιαγωγών.
Τρία «τείχη» για την
AI
Η Counterpoint
περιγράφει τρεις
βασικούς φυσικούς
περιορισμούς που
καλείται να
αντιμετωπίσει η
βιομηχανία: το
Memory
Wall,
το Performance
Wall
και το Copper
Wall.
Το πρώτο αφορά τη μνήμη.
Οι AI
accelerators
χρειάζονται τεράστιους
όγκους δεδομένων και η
απόσταση και η ταχύτητα
μεταφοράς τους από τη
μνήμη προς τον
επεξεργαστή μπορούν
πλέον να περιορίσουν τις
συνολικές επιδόσεις
περισσότερο από την ίδια
την υπολογιστική ισχύ.
Το δεύτερο είναι το
Performance
Wall.
Όσο αυξάνονται οι
απαιτήσεις, τόσο
δυσκολότερο γίνεται να
συνεχιστεί η προσέγγιση
ενός τεράστιου ενιαίου
chip.
Η λύση είναι η χρήση
πολλαπλών
chiplets,
τα οποία πρέπει όμως να
λειτουργούν ουσιαστικά
σαν ένας ενιαίος
επεξεργαστής.
Το τρίτο αφορά τις
διασυνδέσεις.
Οι παραδοσιακές
ηλεκτρικές συνδέσεις με
βάση τον χαλκό
αντιμετωπίζουν ολοένα
μεγαλύτερους
περιορισμούς σε
κατανάλωση ενέργειας,
θερμότητα και απόσταση
μετάδοσης, καθώς οι
ταχύτητες επικοινωνίας
μεταξύ των επιμέρους
μονάδων αυξάνονται.
Έτσι, η συσκευασία δεν
είναι πλέον απλώς το
τελευταίο στάδιο πριν
ένα chip
βγει στην αγορά.
Είναι μέρος της
ίδιας της αρχιτεκτονικής
του υπολογιστικού
συστήματος.
Intel: Η προσπάθεια να
ανοίξει νέο μέτωπο
Σε
αυτό το πεδίο επιχειρεί
να ενισχύσει τη θέση της
η Intel,
αναπτύσσοντας μια
στρατηγική πολλαπλών
τεχνολογιών.
Στο
επίκεντρο βρίσκεται η
EMIB, η
οποία αποτελεί ήδη
εμπορικά διαθέσιμη
τεχνολογία προηγμένης
συσκευασίας και
επιτρέπει τη διασύνδεση
διαφορετικών chips χωρίς
την ανάγκη ενός μεγάλου
ενδιάμεσου στρώματος
πυριτίου.
Η
εταιρεία εξετάζει
παράλληλα νέες
αρχιτεκτονικές για τη
σύνδεση υπολογιστικών
μονάδων και μνήμης,
μεταξύ άλλων μέσω της
ZAM,
που αναπτύσσεται σε
συνεργασία με τη
SAIMEMORY της SoftBank.
Σε
πιο μακροπρόθεσμο
ορίζοντα βρίσκεται η
XBM, η
οποία επιχειρεί να
προσεγγίσει διαφορετικά
τη σύνδεση της μνήμης με
την υπολογιστική μονάδα.
Η
στρατηγική της Intel
είναι ουσιαστικά να
δημιουργήσει
εναλλακτικές λύσεις σε
ένα πεδίο όπου η ζήτηση
αναμένεται να αυξηθεί
ταχύτερα από την
παραγωγική δυναμικότητα.
TSMC: Το προβάδισμα του
CoWoS
Στην άλλη πλευρά
βρίσκεται η TSMC,
η οποία έχει ήδη
αποκτήσει σημαντικό
προβάδισμα με την
τεχνολογία CoWoS.
Η
CoWoS έχει εξελιχθεί σε
βασική υποδομή για τα
προηγμένα AI chips που
συνδυάζονται με μνήμη
υψηλού εύρους ζώνης,
γνωστή ως HBM.
Το
πλεονέκτημα της TSMC δεν
περιορίζεται στην
τεχνολογία.
Η
εταιρεία διαθέτει μεγάλη
παραγωγική κλίμακα,
ώριμες διαδικασίες και
ένα οικοσύστημα
συνεργατών που έχει
αναπτυχθεί γύρω από τα
πρότυπα της JEDEC. Αυτό
δημιουργεί σημαντικά
πλεονεκτήματα τόσο στην
παραγωγή μεγάλου όγκου
όσο και στην αξιοπιστία
των συστημάτων.
Για
τον λόγο αυτό, η TSMC
βρίσκεται σήμερα σε
ιδιαίτερα ισχυρή θέση
στην αλυσίδα παραγωγής
των AI accelerators.
Η
ίδια η επιτυχία του
CoWoS δημιουργεί
πρόβλημα
Το
ενδιαφέρον στοιχείο
είναι ότι το προβάδισμα
της TSMC μπορεί
ταυτόχρονα να δημιουργεί
χώρο για ανταγωνισμό.
Η
αυξανόμενη εξάρτηση της
βιομηχανίας από το CoWoS
δημιουργεί πιέσεις σε
κόστος,
παραγωγική δυναμικότητα
και αποδόσεις παραγωγής.
Όσο
περισσότεροι AI
accelerators
κατασκευάζονται, τόσο
μεγαλύτερη γίνεται η
ανάγκη για προηγμένη
συσκευασία. Εάν η
διαθέσιμη παραγωγική
δυναμικότητα δεν
ακολουθήσει τον ρυθμό
αύξησης της ζήτησης, η
συσκευασία μπορεί να
εξελιχθεί σε νέο
bottleneck για ολόκληρη
την αλυσίδα των AI
chips.
Αυτό είναι το παράθυρο
που επιχειρεί να
αξιοποιήσει η Intel.
Η
επόμενη μάχη της AI θα
κριθεί και μετά την
παραγωγή του chip
Η
εξέλιξη σηματοδοτεί μια
ευρύτερη αλλαγή στη
βιομηχανία ημιαγωγών.
Για
χρόνια, η κούρσα
επικεντρωνόταν κυρίως
στη διαδικασία παραγωγής
και στη μετάβαση από τη
μία γενιά λιθογραφίας
στην επόμενη. Στην εποχή
της AI, όμως, η απόδοση
ενός συστήματος
εξαρτάται όλο και
περισσότερο από το
πώς
συνεργάζονται ο
επεξεργαστής, η μνήμη
και τα chiplets.
Αυτό σημαίνει ότι η
προηγμένη συσκευασία
αποκτά στρατηγική αξία
αντίστοιχη με εκείνη της
ίδιας της κατασκευής των
chips.
Για
την Intel, η ευκαιρία
είναι μεγάλη, αλλά και η
πρόκληση εξίσου
σημαντική. Η τεχνολογική
πρόταση από μόνη της δεν
αρκεί.
Θα
πρέπει να αποδείξει ότι
μπορεί να προσφέρει
παραγωγή σε
μεγάλη κλίμακα,
ανταγωνιστικό κόστος,
υψηλές αποδόσεις
παραγωγής και αξιόπιστη
θερμική διαχείριση,
ενώ παράλληλα θα
χρειαστεί να προσελκύσει
σημαντικούς πελάτες από
τα οικοσυστήματα
επεξεργαστών και μνήμης.
Η
μάχη των AI chips,
επομένως, μπαίνει σε νέα
φάση.
Το επόμενο
μεγάλο πλεονέκτημα
μπορεί να μην βρίσκεται
μόνο στο ποιος σχεδιάζει
τον ισχυρότερο
επεξεργαστή, αλλά στο
ποιος μπορεί να ενώσει
αποτελεσματικότερα
επεξεργαστή, μνήμη και
chiplets σε ένα ενιαίο,
ταχύ και ενεργειακά
αποδοτικό σύστημα.
Και
σε αυτό το πεδίο, η
σύγκρουση Intel–TSMC
μόλις αρχίζει.
|