|
Το μέγεθος του
στοιχήματος αποτυπώνεται
και στις επενδυτικές
ανάγκες των ίδιων των
εταιρειών AI.
Η Anthropic,
μία από τις μεγαλύτερες
εταιρείες της κούρσας
για την τεχνητή
νοημοσύνη, σχεδιάζει να
δαπανήσει περίπου
518 δισ. δολάρια
τα επόμενα χρόνια,
σύμφωνα με το
ενημερωτικό δελτίο για
την IPO
της. Το ποσό είναι πάνω
από 100 φορές τα
έσοδά της το 2025.
Οι υποστηρικτές της
AI
θεωρούν ότι η τεχνολογία
μπορεί να αποδειχθεί πιο
μετασχηματιστική ακόμη
και από την ατμομηχανή
και τη βιομηχανική
επανάσταση που
ακολούθησε.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως,
είναι αν η οικονομία θα
μπορέσει να παράγει
αρκετή
πραγματική
παραγωγικότητα και κέρδη
ώστε να δικαιολογήσει το
τεράστιο κόστος αυτών
των επενδύσεων.
Η παραγωγικότητα
παραμένει το μεγάλο
«κενό»
Παρά τις τεράστιες
δαπάνες, τα στοιχεία
μέχρι σήμερα δεν έχουν
αποδείξει ότι η
AI
έχει ήδη δημιουργήσει
μια αντίστοιχα μεγάλη,
ευρείας κλίμακας αύξηση
της παραγωγικότητας.
Η JPMorgan
ανέφερε τον Αύγουστο ότι
τα ευρείας βάσης
κέρδη παραγωγικότητας
στις ΗΠΑ «παραμένουν
δύσκολα να εντοπιστούν»,
γεγονός που δημιουργεί
ερωτήματα σχετικά με τη
βιωσιμότητα των
σημερινών αποτιμήσεων
των εταιρειών AI.
Ακόμη πιο απαιτητική
είναι η ανάλυση της
Bain
& Company.
Σύμφωνα με τη μελέτη
της, τα κέρδη
παραγωγικότητας από τις
υπάρχουσες αγορές δεν
επαρκούν για να
δικαιολογήσουν τις
σημερινές επενδύσεις.
Για να κλείσει το
χρηματοδοτικό κενό, θα
πρέπει να δημιουργηθούν
εντελώς νέες
αγορές.
Σε αυτές θα μπορούσαν να
περιλαμβάνονται
εφαρμογές όπως ρομπότ
που καθοδηγούνται από
AI,
νέα υλικά για μπαταρίες
και ημιαγωγούς και άλλες
δραστηριότητες που
σήμερα βρίσκονται σε
μεγάλο βαθμό στα πρώτα
στάδια ανάπτυξης.
$4,2 τρισ. νέα έσοδα
χρειάζονται οι
hyperscalers
Το πρόβλημα γίνεται
ακόμη πιο εμφανές όταν
εξετάζεται η επένδυση
των μεγάλων τεχνολογικών
εταιρειών.
Οι αμερικανικοί
hyperscalers,
όπως Google,
Amazon
και Microsoft,
μαζί με άλλες εταιρείες
που επενδύουν μαζικά
στην AI,
θα χρειαστούν
πάνω από 4,2 τρισ.
δολάρια νέων εσόδων μέσα
στην επόμενη πενταετία,
σύμφωνα με την
Bain,
προκειμένου να
χρηματοδοτήσουν τις
επενδύσεις στις
υποδομές.
Εδώ βρίσκεται και το
βασικό ερώτημα:
Θα εμφανιστούν αρκετά
γρήγορα οι εφαρμογές που
θα δημιουργήσουν αυτά τα
έσοδα;
Η τεχνολογία μπορεί να
αλλάξει δραματικά την
παραγωγή, την έρευνα και
την εργασία, όμως οι
επενδύσεις έχουν ήδη
πραγματοποιηθεί ή
βρίσκονται σε εξέλιξη,
ενώ οι αποδόσεις τους
πρέπει να δημιουργηθούν
στο μέλλον.
Και η ιστορία δείχνει
ότι αυτή η χρονική
απόσταση μπορεί να είναι
μεγάλη.
Η Nvidia
δείχνει το μέγεθος του
στοιχήματος
Η JPMorgan
χρησιμοποίησε τη
Nvidia
ως χαρακτηριστικό
παράδειγμα.
Η αμερικανική εταιρεία,
οι επεξεργαστές της
οποίας αποτελούν βασικό
πυλώνα της σημερινής
επανάστασης της
AI,
θα χρειαζόταν, σύμφωνα
με την εκτίμηση της
τράπεζας, αύξηση
της αμερικανικής
παραγωγικότητας κατά
3%-5% ετησίως για την
επόμενη δεκαετία
ώστε να δικαιολογηθεί η
τρέχουσα αποτίμησή της.
Το μέγεθος της απαίτησης
γίνεται σαφές όταν
συγκριθεί με την
πρόβλεψη του
Congressional
Budget
Office
για αύξηση της
παραγωγικότητας μόλις
1,75% ετησίως
κατά την ίδια περίοδο.
Η διαφορά είναι
τεράστια.
$9 τρισ. επενδύσεις στις
ΗΠΑ έως το 2032
Μόνο στις ΗΠΑ, οι οποίες
σύμφωνα με ορισμένες
εκτιμήσεις απορροφούν
περίπου τα τρία τέταρτα
των παγκόσμιων
επενδύσεων στην
AI,
οι συνολικές επενδύσεις
θα μπορούσαν να φτάσουν
περίπου τα 9
τρισ. δολάρια από το
2025 έως το 2032.
Αυτό αντιστοιχεί σε
ετήσια επενδυτική δαπάνη
περίπου 3,2% του
αμερικανικού ΑΕΠ.
Ο Stijn
Van
Nieuwerburgh,
οικονομολόγος του
Columbia
Business
School,
υπολογίζει ότι για να
αποφέρει ο αμερικανικός
κλάδος AI
απόδοση επένδυσης 10%,
θα πρέπει να δημιουργεί
περίπου 3,55
τρισ. δολάρια ετήσια
έσοδα έως το 2032.
Σήμερα βρίσκεται πολύ
μακριά από αυτό το
επίπεδο.
Παράλληλα, μεγάλο μέρος
των επενδύσεων
χρηματοδοτείται με
δανεισμό. Αυτό αυξάνει
τον κίνδυνο: μια σχετικά
μικρή επιδείνωση της
ζήτησης, καθυστερήσεις
στην υλοποίηση των έργων
ή πτώση της αξίας των
περιουσιακών στοιχείων
θα μπορούσαν να
προκαλέσουν πολύ
μεγαλύτερες απώλειες για
τους επενδυτές και τους
δανειστές.
Το μεγάλο στοίχημα: η
«αυτοβελτίωση» της
AI
Παρά τις αμφιβολίες, οι
επικεφαλής των εταιρειών
AI
συνεχίζουν να
περιγράφουν ένα
εξαιρετικά φιλόδοξο
μέλλον.
Ο Dario
Amodei
της Anthropic
έχει μιλήσει για ένα
μέλλον AI
«υπερβατικής ομορφιάς»,
ενώ ο Sam
Altman
της OpenAI
έχει υποστηρίξει ότι ο
ρυθμός εμφάνισης νέων
τεχνολογικών
επιτευγμάτων θα είναι
τεράστιος, καθώς τα
μοντέλα θα μπορούν να
βελτιώνουν τα ίδια τον
εαυτό τους.
Αυτή η διαδικασία,
γνωστή ως
recursive
self-improvement,
αποτελεί ένα από τα
βασικά στοιχεία της
επενδυτικής υπόθεσης
γύρω από την AI.
Εάν επιτευχθεί, θα
μπορούσε θεωρητικά να
επιταχύνει εκθετικά την
πρόοδο των μοντέλων και
να οδηγήσει σε
πρωτοφανείς αυξήσεις
παραγωγικότητας.
Παράλληλα, όμως,
δημιουργεί και σοβαρά
ερωτήματα σχετικά με
τους κινδύνους μιας
τεχνολογίας που μπορεί
να επιταχύνει δραματικά
τη δική της εξέλιξη.
Η παραγωγικότητα μπορεί
να αργήσει περισσότερο
από τις αποδόσεις των
επενδυτών
Το πρόβλημα είναι ότι οι
επενδύσεις
πραγματοποιούνται
σήμερα, ενώ τα
οικονομικά οφέλη μπορεί
να χρειαστούν δεκαετίες
για να εμφανιστούν.
Η Diane
Coyle,
οικονομολόγος του
Cambridge,
επισημαίνει ότι στις
προηγούμενες
τεχνολογικές
επαναστάσεις χρειάστηκαν
συνήθως 10 έως
50 χρόνια ώστε
οι αυξήσεις
παραγωγικότητας να
περάσουν στην ευρύτερη
οικονομία.
Η ίδια η
Anthropic
έχει εξετάσει
διαφορετικά σενάρια για
την επίδραση της
AI
στην οικονομική ανάπτυξη
έως το 2030.
Με βασική υπόθεση
ανάπτυξης 2% χωρίς
AI,
τα μοντέλα της εταιρείας
δίνουν:
|
Σενάριο
|
Ετήσια
ανάπτυξη το
2030
|
|
Χωρίς σημαντική
επίδραση AI
|
2,0%
|
|
Περιορισμένη
επίδραση AI
|
2,4%
|
|
Σημαντική
επίδραση AI
|
5,4%
|
|
Ακραία επίδραση
AI
|
15,4%
|
Η Anthropic
σημειώνει ότι υψηλότερη
παραγωγικότητα θα
μπορούσε να σημαίνει και
μεγαλύτερες απώλειες
θέσεων εργασίας, χωρίς
ωστόσο να αποδίδει
πιθανότητες στα
συγκεκριμένα σενάρια.
Ήδη επηρεάζονται οι νέοι
εργαζόμενοι
Ο Dario
Amodei
είχε προβλέψει πέρυσι
ότι η AI
θα μπορούσε να
εξαφανίσει μέσα σε πέντε
χρόνια το ήμισυ των
θέσεων εργασίας για
εργαζόμενους αρχικού
επιπέδου σε επαγγέλματα
γραφείου.
Μέχρι στιγμής, η εικόνα
είναι πολύ πιο
περιορισμένη.
Ορισμένες μελέτες στις
ΗΠΑ και τη Βρετανία
δείχνουν επιβράδυνση των
προσλήψεων νέων
εργαζομένων σε
επαγγέλματα γραφείου
όπου η AI
μπορεί να
αυτοματοποιήσει
σημαντικό μέρος των
καθηκόντων, χωρίς όμως
να έχει καταγραφεί
αντίστοιχη κατάρρευση
της συνολικής
απασχόλησης.
Ερευνητές του
Stanford
University
διαπίστωσαν τον Αύγουστο
ότι η απασχόληση
εργαζομένων ηλικίας
22-25 ετών
σε κλάδους που
εκτίθενται περισσότερο
στην AI,
όπως λογιστές και
paralegals,
ήταν 19%
χαμηλότερη σε
σχέση με επαγγέλματα που
είναι δυσκολότερο να
αντικατασταθούν από την
AI,
όπως οι οικοδομικές
εργασίες και η
καθαριότητα.
Η μεγάλη επένδυση μπορεί
να επιβιώσει ακόμη και
αν η «φούσκα» σκάσει
Το σημαντικότερο ίσως
στοιχείο είναι ότι ακόμη
και αν οι σημερινές
αποτιμήσεις αποδειχθούν
υπερβολικές ή η
παραγωγικότητα
καθυστερήσει να
εμφανιστεί, οι υποδομές
που δημιουργούνται δεν
εξαφανίζονται.
Η ιστορία των
προηγούμενων
τεχνολογικών
επαναστάσεων το δείχνει.
Μετά την κρίση του 1873,
η οποία οδήγησε σε
χρεοκοπίες μεγάλων
επενδυτών των
σιδηροδρόμων, τα
τρένα συνέχισαν να
λειτουργούν και
η υποδομή παρέμεινε
διαθέσιμη για την
οικονομία.
Το ίδιο συνέβη και μετά
την κατάρρευση της
φούσκας των εταιρειών
dot-com
τη δεκαετία του 2000:
το διαδίκτυο δεν
εξαφανίστηκε.
Αυτό μπορεί να είναι και
το βασικό μάθημα της
σημερινής έκρηξης της
AI.
Η επενδυτική δαπάνη
μπορεί να αποδειχθεί
υπερβολική, οι
αποτιμήσεις μπορεί να
διορθωθούν και ορισμένες
εταιρείες να μην
επιβιώσουν. Όμως τα
data
centers,
τα δίκτυα, οι
υπολογιστικές υποδομές
και τα μοντέλα που
δημιουργούνται σήμερα θα
μπορούσαν να αποτελέσουν
τη βάση για τα
οικονομικά οφέλη των
επόμενων δεκαετιών.
Το πραγματικό ερώτημα,
επομένως, δεν είναι αν η
AI
θα αλλάξει την
οικονομία. Είναι
αν η οικονομική αξία που
θα δημιουργήσει θα
εμφανιστεί αρκετά
γρήγορα ώστε να
δικαιολογήσει τα
τρισεκατομμύρια δολάρια
που επενδύονται σήμερα.
Και αυτή είναι η μεγάλη
διαφορά ανάμεσα στην
τεχνολογική υπόσχεση και
στην επενδυτική απόδοση.
|