|
Οι
διαχειριστές ακινήτων
αντιδρούν αυξάνοντας
τιμές για να διατηρήσουν
τα έσοδά τους, και προς
το παρόν η αγορά έχει
ακόμα περιθώριο να το
κάνει. Συμβάλλει σε αυτό
και ο περιορισμός
εισόδου νέων καταλυμάτων
στο κέντρο της Αθήνας,
που αποτρέπει τη ροή
φθηνότερων ακινήτων που
θα ασκούσαν πιέσεις προς
τα κάτω στη μέση τιμή.
Στο
ευρωπαϊκό πλαίσιο, η
ελληνική αγορά
εμφανίζεται σχετικά
ανθεκτικότερη. Στην
Ευρώπη συνολικά, η
προσφορά αυξήθηκε κατά
4,3% – φτάνοντας τα 3,48
εκατ. ακίνητα – ενώ οι
διανυκτερεύσεις
μειώθηκαν κατά 3,5%, με
13 από τις 20
μεγαλύτερες αγορές να
καταγράφουν αρνητική
πληρότητα. Παρόλα αυτά,
και εδώ οι τιμές
αντέχουν: η μέση
ημερήσια τιμή ανέβηκε
κατά 8,2% στα 123,9
ευρώ, ενώ τα RevPAR
ενισχύθηκαν κατά 5,6%.
Το
πιο ενδιαφέρον στοιχείο,
ωστόσο, έρχεται από τις
προκρατήσεις για το
καλοκαίρι. Οι κρατήσεις
για την περίοδο
Ιουνίου–Σεπτεμβρίου
είναι ήδη αυξημένες κατά
8,7% σε σχέση με πέρυσι,
με τον Ιούλιο να οδηγεί
με άνοδο 13,3% και τον
Αύγουστο να ακολουθεί με
9,5%. Το καλοκαίρι,
φαίνεται, γράφει άλλη
ιστορία από τον Μάρτιο.
Αυτό που αλλάζει, όμως,
δεν είναι μόνο ο όγκος
των κρατήσεων αλλά και ο
τρόπος με τον οποίο
ταξιδεύουν οι άνθρωποι.
Οι ταξιδιώτες κλειδώνουν
τιμές νωρίτερα,
φοβούμενοι νέες
αυξήσεις. Τα ταξίδια
γίνονται πιο σύντομα – η
μέση διάρκεια διαμονής
έχει πέσει από 5,09
ημέρες το 2022 στις 4,45
σήμερα, μείωση που αφορά
πλέον ακόμα και το τμήμα
της πολυτέλειας. Και η
ζήτηση μετακινείται
σταδιακά προς πιο
οικονομικά καταλύματα,
με τις φθηνότερες
κατηγορίες να κερδίζουν
μερίδιο αγοράς.
Το
συμπέρασμα είναι ότι δεν
έχουμε λιγότερα ταξίδια
– έχουμε πιο σύντομα,
πιο προσεκτικά
σχεδιασμένα και με
στενότερο budget. Ο
Μάρτιος δεν αποτελεί
ένδειξη κρίσης για την
ελληνική αγορά
βραχυχρόνιων μισθώσεων,
αλλά ένα σαφές σήμα ότι
το μοντέλο αλλάζει: από
την ανάπτυξη μέσω
αριθμού κρατήσεων, σε
ένα παιχνίδι τιμής,
timing και ποιότητας
διαμονής.
|