|
Η επίδοση αυτή
υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο, όπου η αύξηση
της θερινής ζήτησης
διαμορφώνεται στο 8,2%.
Παράλληλα, η Ελλάδα
διατηρεί την πρωτιά στην
Ευρώπη ως προς το
εποχικό premium
τιμών, καθώς το κόστος
διαμονής αυξάνεται κατά
55% κατά τη διάρκεια του
καλοκαιριού σε σχέση με
την υπόλοιπη χρονιά. Η
μέση ημερήσια τιμή για
την περίοδο
Ιουνίου-Αυγούστου
ανέρχεται στα 174 ευρώ,
έναντι 113 ευρώ τους
υπόλοιπους μήνες.
Η συγκεκριμένη επίδοση
τοποθετεί την ελληνική
αγορά μπροστά ακόμη και
από ανταγωνιστικούς
μεσογειακούς
προορισμούς. Στην
Κροατία η αντίστοιχη
εποχική αύξηση τιμών
φτάνει το 37,6%, με μέση
θερινή τιμή 154 ευρώ ανά
διανυκτέρευση, ενώ στην
Πορτογαλία διαμορφώνεται
στο 36,5%, με μέσο
κόστος 160 ευρώ.
Ανθεκτικότητα παρά τις
διεθνείς αναταράξεις
Παρά τις γεωπολιτικές
εξελίξεις και τις
ανησυχίες που προκαλεί η
κατάσταση στη Μέση
Ανατολή, η ευρωπαϊκή
ταξιδιωτική ζήτηση
παραμένει ισχυρή. Η
βασική μεταβολή αφορά
κυρίως τις ταξιδιωτικές
επιλογές των
καταναλωτών, καθώς
πολλοί στρέφονται σε
κοντινότερους ή
εγχώριους προορισμούς,
περιορίζοντας τα ταξίδια
μεγάλων αποστάσεων
εξαιτίας του υψηλότερου
κόστους μεταφοράς και
καυσίμων.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές
χώρες ο εσωτερικός
τουρισμός αποτελεί πλέον
τον βασικό μοχλό
ανάπτυξης των
βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Στη Γαλλία το 67% της
ζήτησης προέρχεται από
εγχώριους ταξιδιώτες,
στο Ηνωμένο Βασίλειο το
ποσοστό ανέρχεται στο
66%, ενώ στη Γερμανία
διαμορφώνεται στο 55%.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο,
η ζήτηση για τη θερινή
περίοδο αυξάνεται κατά
7,8% στις 20 μεγαλύτερες
αγορές βραχυχρόνιας
μίσθωσης, μεταφραζόμενη
σε επιπλέον 6,4
εκατομμύρια
διανυκτερεύσεις.
Παράλληλα, οι 17 από τις
20 μεγαλύτερες αγορές
εμφανίζουν καλύτερη
εικόνα σε σχέση με το
καλοκαίρι του 2025.
Στροφή προς τη Βόρεια
Ευρώπη
Η φετινή χρονιά
χαρακτηρίζεται και από
την αυξημένη
ελκυστικότητα των χωρών
της Βόρειας Ευρώπης. Η
Δανία καταγράφει
εντυπωσιακή αύξηση
ζήτησης κατά 50,9%, η
Πολωνία κατά 19%, η
Σουηδία κατά 17,8% και η
Νορβηγία κατά 15%, καθώς
αρκετοί ταξιδιώτες
επιλέγουν πιο δροσερούς
και λιγότερο κορεσμένους
προορισμούς.
Αντίθετα, ορισμένες
παραδοσιακές αγορές της
Νότιας Ευρώπης
παρουσιάζουν σημάδια
επιβράδυνσης. Η Ισπανία
εμφανίζει οριακή άνοδο
μόλις 1,9%, ενώ η
Κροατία καταγράφει πτώση
της ζήτησης κατά 6,4%,
μετά από αρκετά χρόνια
ισχυρής μεταπανδημικής
ανάπτυξης.
Πιο αδύναμος ο Απρίλιος,
αλλά υψηλότερες τιμές
Παρά τη συνολικά θετική
εικόνα, ο Απρίλιος
κινήθηκε πιο
συγκρατημένα για την
ελληνική αγορά. Η ζήτηση
υποχώρησε κατά 7% σε
ετήσια βάση και η
πληρότητα διαμορφώθηκε
στο 54,8%.
Ωστόσο, η μείωση της
προσφοράς καταλυμάτων
κατά 3,6% περιόρισε τις
πιέσεις στις αποδόσεις
των ιδιοκτητών.
Παράλληλα, η μέση
ημερήσια τιμή αυξήθηκε
κατά 7,8%, φτάνοντας τα
107,1 ευρώ, ενώ το έσοδο
ανά διαθέσιμο κατάλυμα
ενισχύθηκε κατά 2,1%,
στα 58,7 ευρώ.
Η εικόνα αυτή αντανακλά
τη γενικότερη τάση που
επικρατεί σήμερα στην
ευρωπαϊκή αγορά
βραχυχρόνιων μισθώσεων:
η προσφορά αυξάνεται, η
ζήτηση συνεχίζει να
ενισχύεται με πιο ήπιους
ρυθμούς και οι τιμές
διατηρούνται σε ανοδική
τροχιά, υποστηριζόμενες
από τη σταθερή
ταξιδιωτική διάθεση και
την αυξανόμενη προτίμηση
σε πιο ευέλικτες μορφές
διαμονής.
Η Ελλάδα στις
ακριβότερες αγορές της
Ευρώπης
Πέρα από τη δυναμική των
κρατήσεων, η πορεία των
τιμών επιβεβαιώνει τη
σημαντική θέση της
Ελλάδας στην ευρωπαϊκή
αγορά βραχυχρόνιων
μισθώσεων. Με μέση
ετήσια τιμή 141 ευρώ ανά
διανυκτέρευση, η χώρα
κατατάσσεται στη 12η
θέση μεταξύ 42
ευρωπαϊκών αγορών.
Παρότι απέχει από
προορισμούς όπως το
Μονακό, όπου η μέση τιμή
φτάνει τα 417 ευρώ ανά
βράδυ, ή η Ισλανδία με
211 ευρώ, η Ελλάδα
παραμένει ακριβότερη από
αρκετούς ανταγωνιστικούς
μεσογειακούς και
βαλκανικούς προορισμούς.
Το βασικό χαρακτηριστικό
της ελληνικής αγοράς
παραμένει η έντονη
εποχικότητα. Η διαφορά
ανάμεσα στη θερινή
περίοδο και στο υπόλοιπο
έτος είναι η μεγαλύτερη
στην Ευρώπη, γεγονός που
αναδεικνύει τη
συνεχιζόμενη εξάρτηση
του τουριστικού
προϊόντος από τους
καλοκαιρινούς μήνες,
παρά τις προσπάθειες
διεύρυνσης της σεζόν
μέσω του city
break,
του συνεδριακού
τουρισμού και άλλων
ειδικών μορφών ταξιδιών.
Η Μύκονος πρωταθλήτρια
στις αυξήσεις τιμών
Η έντονη εποχικότητα
αποτυπώνεται με τον πιο
χαρακτηριστικό τρόπο στη
Μύκονο. Το δημοφιλές
νησί καταγράφει τη
μεγαλύτερη διαφορά τιμών
στη χώρα, με τη μέση
ημερήσια τιμή να
εκτοξεύεται στα 758 ευρώ
κατά τους καλοκαιρινούς
μήνες, έναντι 458 ευρώ
κατά μέσο όρο το
υπόλοιπο έτος.
Η αύξηση αυτή, που
αγγίζει το 65,6%,
αναδεικνύει αφενός τη
διεθνή θέση της Μυκόνου
στην αγορά πολυτελούς
τουρισμού και αφετέρου
τις προκλήσεις ενός
μοντέλου που εξακολουθεί
να συγκεντρώνει μεγάλο
μέρος της ζήτησης σε ένα
περιορισμένο χρονικό
διάστημα.
Συνολικά, τα στοιχεία
δείχνουν ότι η Ελλάδα
εισέρχεται στο καλοκαίρι
του 2026 με ισχυρές
βάσεις, αυξημένη ζήτηση
και υψηλές αποδόσεις για
τη βραχυχρόνια μίσθωση.
Παρά τις διεθνείς
αβεβαιότητες και τις
ενδείξεις επιβράδυνσης
σε ορισμένες
ανταγωνιστικές αγορές, ο
ελληνικός τουρισμός
διατηρεί τη δυναμική
του, παραμένοντας ένας
από τους ισχυρότερους
πυλώνες της οικονομίας
και ένας από τους πλέον
ανταγωνιστικούς
προορισμούς της Ευρώπης.
|