|
Η Τράπεζα Πειραιώς
αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα αλλαγής
επενδυτικού αφηγήματος.
Παρά τη δυναμική
διανομών που προβλέπει
έως το 2030, η
Autonomous
εκτιμά ότι η έλλειψη
βραχυπρόθεσμου μομέντουμ
στα κέρδη περιορίζει την
πιθανότητα υπεραπόδοσης.
Οι αναλυτές αναγνωρίζουν
δυνητικό upside
από ανάπτυξη καταθέσεων
και αυξημένες διανομές
κεφαλαίου, ωστόσο αυτά
τα σενάρια χρειάζονται
χρόνο για να αποτυπωθούν
στην αγορά.
Σε επίπεδο αποτιμήσεων,
οι ελληνικές τράπεζες
εξακολουθούν να
διαπραγματεύονται με
discount
έναντι των ευρωπαϊκών,
με δείκτες P/E
για το 2026 μεταξύ 7–9
φορές και χαμηλότερους
για το 2027.
Περιορισμένος άμεσος
κίνδυνος από τη ναυτιλία
Το κύριο ζήτημα δεν
είναι η άμεση επίπτωση
στα αποτελέσματα των
τραπεζών, αλλά η έμμεση
επίδραση μέσω της
ελληνικής οικονομίας και
των αποτιμήσεων. Η
Ελλάδα παραμένει
εξαρτημένη από εισαγωγές
ενέργειας, με το
έλλειμμα τρεχουσών
συναλλαγών να
διαμορφώνεται στο -5,7%
του ΑΕΠ το 2025,
συνδέοντας ιστορικά τις
τιμές του πετρελαίου με
την πορεία του.
Αυτό δημιουργεί
μηχανισμό μετάδοσης
κινδύνου προς τις
τράπεζες: υψηλότερες
τιμές πετρελαίου
διευρύνουν το εξωτερικό
έλλειμμα, πιέζοντας τα
spreads
των ελληνικών ομολόγων
και αυξάνοντας το κόστος
ιδίων κεφαλαίων,
περιορίζοντας τα
περιθώρια αποτίμησης των
τραπεζικών μετοχών. Παρά
τα ανοδικά
spreads,
η αγορά δεν έχει
ενσωματώσει πλήρως τον
κίνδυνο σε σχέση με το
πετρέλαιο.
Αντίθετα με τις αρχικές
ανησυχίες, η
Autonomous
εκτιμά ότι ο άμεσος
κίνδυνος από τη ναυτιλία
είναι περιορισμένος. Τα
δάνεια προς τον κλάδο
αντιστοιχούν στο 8–10%
των εξυπηρετούμενων
δανείων, ενώ λιγότερο
από 3% των πλοίων
επηρεάζεται άμεσα από
τις εξελίξεις στη Μέση
Ανατολή. Οι αυξημένοι
ναύλοι ενισχύουν
βραχυπρόθεσμα τα έσοδα
των ναυτιλιακών, αν και
μία παρατεταμένη κρίση
θα μπορούσε να
επιβραδύνει την
παγκόσμια εμπορική
δραστηριότητα.

|