|
Το Ισραήλ φέρεται να
σχεδιάζει σημαντική
επέκταση των χερσαίων
επιχειρήσεών του στο
λιβανικό έδαφος, με
στρατηγικό στόχο τον
πλήρη έλεγχο της
περιοχής νότια του
ποταμού Λιτάνι και τη
διάλυση της στρατιωτικής
υποδομής της Χεζμπολάχ.
Εφόσον επιβεβαιωθεί, η
κίνηση αυτή θα μπορούσε
να αποτελέσει τη
μεγαλύτερη ισραηλινή
χερσαία επιχείρηση στον
Λίβανο από τον Πόλεμο
του Λιβάνου 2006,
μεταφέροντας το
επίκεντρο της
περιφερειακής κρίσης από
την αντιπαράθεση με το
Ιράν στην ήδη εύθραυστη
κατάσταση του Λιβάνου.
Μέχρι πρόσφατα, η
κυβέρνηση του Μπενιαμίν
Νετανιάχου επιδίωκε να
αποφύγει μια μεγάλης
κλίμακας στρατιωτική
εμπλοκή στο λιβανικό
μέτωπο, προκειμένου να
διατηρήσει την κύρια
στρατηγική της εστίαση
στην αντιπαράθεση με το
Ιράν. Ωστόσο, η
κατάσταση φαίνεται να
άλλαξε μετά τη
συντονισμένη επίθεση της
Τετάρτης, όταν η
Χεζμπολάχ εκτόξευσε
περισσότερους από 200
πυραύλους προς το
Ισραήλ, ενώ το Ιράν
πραγματοποίησε παράλληλα
δεκάδες πλήγματα. Στο
ισραηλινό στρατιωτικό
επιτελείο διαμορφώθηκε
τότε η εκτίμηση ότι η
μέχρι πρότινος
ελεγχόμενη κλιμάκωση δεν
επαρκεί πλέον και ότι
απαιτείται πιο
εκτεταμένη στρατιωτική
δράση.
Βασικός στόχος του
σχεδίου, σύμφωνα με το
δημοσίευμα, είναι η
κατάληψη ολόκληρης της
ζώνης νότια του ποταμού
Λιτάνι, προκειμένου να
απομακρυνθούν οι
δυνάμεις της Χεζμπολάχ
από τα σύνορα με το
Ισραήλ και να
καταστραφούν οι
στρατιωτικές
εγκαταστάσεις που
βρίσκονται διάσπαρτες σε
χωριά και οικισμούς της
περιοχής.
Οι Ισραηλινές Ένοπλες
Δυνάμεις έχουν ήδη
αναπτύξει τεθωρακισμένες
και πεζικές μονάδες κατά
μήκος των συνόρων, ενώ
ανακοίνωσαν επιπλέον
ενίσχυση της μεθορίου
και επιστράτευση
περισσότερων εφέδρων. Το
μήνυμα που εκπέμπεται
είναι ότι το Ισραήλ δεν
περιορίζεται πλέον σε
στοχευμένες
διασυνοριακές
επιχειρήσεις, αλλά
εξετάζει το ενδεχόμενο
βαθύτερης και πιο
παρατεταμένης
στρατιωτικής παρουσίας
στον νότιο Λίβανο.
Παράλληλα, η αμερικανική
κυβέρνηση του Ντόναλντ
Τραμπ εμφανίζεται να
στηρίζει την ισραηλινή
επιχείρηση
αποστρατιωτικοποίησης
της Χεζμπολάχ, θέτοντας
ωστόσο ορισμένες
«κόκκινες γραμμές».
Σύμφωνα με τις ίδιες
πληροφορίες, η
Ουάσιγκτον ζήτησε από το
Ισραήλ να αποφύγει
πλήγματα σε κρίσιμες
κρατικές υποδομές του
Λιβάνου και ειδικότερα
να μην στοχεύσει το
διεθνές αεροδρόμιο της
Βηρυτού.
Η ισραηλινή πλευρά
φέρεται να έχει
αποδεχθεί τουλάχιστον
τον περιορισμό που αφορά
το αεροδρόμιο, χωρίς
ωστόσο να έχει δεσμευθεί
πλήρως για το σύνολο των
κρατικών εγκαταστάσεων.
Αυτό δείχνει ότι, παρά
τον στενό συντονισμό
μεταξύ Ουάσιγκτον και
Τελ Αβίβ, οι εξελίξεις
στο πεδίο θα συνεχίσουν
να καθορίζονται κυρίως
από τη στρατιωτική
στρατηγική του Ισραήλ
και από τις αντιδράσεις
της Χεζμπολάχ.
Για τον Λίβανο, μια
τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
σοβαρή αποσταθεροποίηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρατίθενται,
περίπου 800.000 άνθρωποι
έχουν ήδη εκτοπιστεί από
την έναρξη της
σύγκρουσης, ενώ
τουλάχιστον 773 άτομα
έχουν χάσει τη ζωή τους,
ανάμεσά τους και πολλοί
άμαχοι.
Από την πλευρά της, η
Χεζμπολάχ δηλώνει ότι
δεν πρόκειται να
υποχωρήσει και
παρουσιάζει μια πιθανή
χερσαία εισβολή ως
ευκαιρία να προκαλέσει
σημαντικές απώλειες στον
ισραηλινό στρατό μέσα
από μάχες εγγύς
απόστασης.
Την ίδια στιγμή, η
κυβέρνηση του Λιβάνου
εμφανίζεται πιο ανοικτή
στο ενδεχόμενο απευθείας
συνομιλιών για κατάπαυση
του πυρός, εξέλιξη που
οι Ηνωμένες Πολιτείες
επιδιώκουν να
αξιοποιήσουν ως αφετηρία
για μια ευρύτερη
μεταπολεμική συμφωνία
μεταξύ των δύο χωρών.
|