|
Τα
πρώτα σημάδια δυσκολίας
στη χρηματοδότηση της AI
Ένα από τα πιο
χαρακτηριστικά
παραδείγματα είναι η
Firmus,
εταιρεία ανάπτυξης
data
centers
για εφαρμογές τεχνητής
νοημοσύνης, η οποία
απέσυρε το σχέδιό της
για εισαγωγή στο
χρηματιστήριο μέσω
δημόσιας προσφοράς
μετοχών (IPO),
λόγω της ασθενούς
ζήτησης από επενδυτές.
Την ίδια στιγμή, η
CoreWeave,
ένας από τους
μεγαλύτερους παρόχους
υποδομών υπολογιστικού
νέφους που
εξειδικεύονται στην
AI,
βρέθηκε αντιμέτωπη με
σημαντική αύξηση του
κόστους δανεισμού της.
Οι αποδόσεις των μη
εξασφαλισμένων ομολόγων
της με λήξη το 2032
άγγιξαν το 15%, ενώ η
μετοχή της υποχώρησε
περίπου 15% την επόμενη
ημέρα.
Η πίεση εντάθηκε μετά
τις αναφορές ότι η
εταιρεία εξετάζει τη
δυνατότητα άντλησης
κεφαλαίων από
ασφαλιστικές εταιρείες
σε πολύ μεγάλη κλίμακα,
με στόχο να εξασφαλίσει
πρόσθετη χρηματοδότηση
για την επέκτασή της.
Αντίστοιχα, η
νοτιοκορεατική εταιρεία
υποδομών AI
Elice
υποχώρησε κατά
περισσότερο από 30% κάτω
από την τιμή εισαγωγής
της κατά την πρώτη ημέρα
διαπραγμάτευσης, αν και
στη συνέχεια ανέκτησε
μέρος των απωλειών της.
Οι εξελίξεις αυτές δεν
αποδεικνύουν ότι έχει
κλείσει η αγορά
χρηματοδότησης για τις
εταιρείες τεχνητής
νοημοσύνης. Δείχνουν,
όμως, ότι οι επενδυτές
γίνονται πιο απαιτητικοί
ως προς το κόστος
δανεισμού, την απόδοση
των νέων επενδύσεων και
τη δυνατότητα των
επιχειρήσεων να
μετατρέψουν τις υψηλές
κεφαλαιουχικές δαπάνες
σε κέρδη.
Η
ευρωπαϊκή αγορά AI
δέχεται ισχυρό πλήγμα
Η μεταβολή του
επενδυτικού κλίματος
έχει ήδη αποτυπωθεί στις
ευρωπαϊκές μετοχές που
συνδέονται με τις
επενδύσεις στην τεχνητή
νοημοσύνη.
Ο δείκτης MSCI
Europe
AI
Capex
Select,
ο οποίος παρακολουθεί
εταιρείες που
επωφελούνται από τις
δαπάνες για υποδομές
AI,
έχει υποχωρήσει περίπου
15% από το υψηλό των
αρχών Οκτωβρίου. Με αυτή
την κίνηση, έχει
εξανεμίσει όλα τα κέρδη
που είχε καταγράψει από
το χαμηλό στα τέλη
Ιουλίου.
Η Bank
of
America
χαρακτηρίζει την εξέλιξη
ως την εντονότερη
κυκλική στροφή προς
αμυντικούς κλάδους από
την περίοδο της
πανδημίας Covid-19.
Ενδεικτική είναι και η
συσχέτιση του δείκτη
AI
Capex
με την πορεία των
κυκλικών έναντι των
αμυντικών μετοχών στην
Ευρώπη. Η κυλιόμενη
συσχέτιση 12 μηνών έχει
ξεπεράσει το 90%, από
περίπου 25% πριν από
έναν χρόνο, γεγονός που
δείχνει ότι οι δύο
επενδυτικές τάσεις
κινούνται πλέον πολύ πιο
κοντά.
Κυκλικές μετοχές υπό
πίεση, στροφή προς τους
αμυντικούς κλάδους
Από τις αρχές του μήνα,
οι ευρωπαϊκές κυκλικές
μετοχές έχουν
υποαποδώσει έναντι των
αμυντικών κατά περίπου
11%. Πρόκειται για τη
χειρότερη σχετική
επίδοση από το σοκ του
Μαρτίου του 2020, όταν η
πανδημία προκάλεσε
έντονες αναταράξεις στις
αγορές.
Οι ημιαγωγοί έχουν
δεχθεί το μεγαλύτερο
πλήγμα, με σχετική
υποχώρηση περίπου 15%.
Ακολουθούν οι εταιρείες
εξόρυξης και ο κλάδος
του βιομηχανικού
εξοπλισμού και των
κεφαλαιουχικών αγαθών.
Αντίθετα, καλύτερη
εικόνα εμφανίζουν κλάδοι
που δεν συνδέονται άμεσα
με την επενδυτική έκρηξη
της AI,
όπως τα τρόφιμα και
ποτά, καθώς και τα είδη
προσωπικής και οικιακής
φροντίδας. Οι
συγκεκριμένοι τομείς
χαρακτηρίζονται από την
BofA
ως «anti-AI»
επιλογές, καθώς
προσφέρουν μεγαλύτερη
αμυντική έκθεση σε ένα
περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας.
Η διαφοροποίηση αυτή
αποτυπώνει μια αλλαγή
στις προτεραιότητες των
επενδυτών: από τις
επιχειρήσεις που
αναμένεται να ωφεληθούν
από την ταχεία ανάπτυξη
των υποδομών AI
προς εταιρείες με πιο
σταθερή ζήτηση και
μικρότερη εξάρτηση από
τις επενδυτικές δαπάνες
του τεχνολογικού κλάδου.
Το
υψηλότερο κόστος
κεφαλαίου περιορίζει τις
αποδόσεις
Η Bank
of
America
διατηρεί τις επιφυλάξεις
της για τις προοπτικές
των επενδύσεων στην
τεχνητή νοημοσύνη,
εστιάζοντας σε δύο
βασικούς κινδύνους.
Ο πρώτος αφορά το κόστος
χρηματοδότησης. Όσο
αυξάνονται οι αποδόσεις
των ομολόγων και το
κόστος δανεισμού, τόσο
δυσκολότερο γίνεται για
τις εταιρείες να
χρηματοδοτήσουν νέα
data
centers
και εξοπλισμό χωρίς να
περιοριστεί η
αναμενόμενη απόδοση των
επενδύσεών τους.
Ο δεύτερος σχετίζεται με
την εμπορική αξιοποίηση
της AI.
Η αυξανόμενη
ανταγωνιστική πίεση
μπορεί να περιορίσει τη
δυνατότητα των εταιρειών
να διατηρήσουν υψηλές
τιμές στις υπηρεσίες
τους, ακόμη και αν η
χρήση των εφαρμογών
τεχνητής νοημοσύνης
συνεχίσει να αυξάνεται.
Η τράπεζα επισημαίνει
ότι παρόμοια φαινόμενα
έχουν εμφανιστεί και σε
προηγούμενους μεγάλους
επενδυτικούς κύκλους: οι
επιχειρήσεις προχωρούν
σε τεράστιες
κεφαλαιουχικές δαπάνες,
αλλά η προσφορά νέας
δυναμικότητας και ο
ανταγωνισμός μπορούν
τελικά να πιέσουν τις
τιμές και τα περιθώρια
κέρδους.
Οι
δαπάνες για AI δείχνουν
να σταθεροποιούνται
Ένα ακόμη στοιχείο που
προβληματίζει την
BofA
είναι ότι τα διαθέσιμα
δεδομένα υποδηλώνουν πως
οι συνολικές δαπάνες των
αμερικανικών
επιχειρήσεων για τεχνητή
νοημοσύνη έχουν
ουσιαστικά
σταθεροποιηθεί τους
τελευταίους μήνες.
Αυτό συμβαίνει παρότι το
κόστος χρήσης των
μοντέλων, όπως
αποτυπώνεται στις τιμές
ανά token,
υποχωρεί και ο όγκος των
tokens
που χρησιμοποιούνται
αυξάνεται.
Οι αναλυτές συνδέουν την
εξέλιξη με το λεγόμενο
παράδοξο του
Jevons.
Σύμφωνα με αυτή την
οικονομική αρχή, η
μείωση του κόστους μιας
τεχνολογίας μπορεί να
οδηγήσει σε μεγαλύτερη
χρήση της και, τελικά,
σε αύξηση της συνολικής
κατανάλωσης του
συγκεκριμένου πόρου.
Στην περίπτωση της
AI,
οι χαμηλότερες τιμές
μπορούν να ενισχύσουν
την υιοθέτηση των
εφαρμογών και να
αυξήσουν τον όγκο
χρήσης. Ωστόσο, αυτό δεν
σημαίνει απαραίτητα ότι
οι συνολικές δαπάνες θα
επιταχύνονται με τον
ίδιο ρυθμό, καθώς η
εξέλιξή τους εξαρτάται
και από τις τιμές, τις
ανάγκες των επιχειρήσεων
και τη δυνατότητα
εμπορικής αξιοποίησης
των νέων εφαρμογών.
Η
BofA βλέπει νέα
περιθώρια πτώσης για τον
STOXX 600
Παρά την ήδη σημαντική
διόρθωση, η Bank
of
America
διατηρεί αρνητική στάση
απέναντι στις ευρωπαϊκές
μετοχές. Η εκτίμησή της
είναι ότι ο δείκτης
STOXX
600 θα μπορούσε να
υποχωρήσει σχεδόν κατά
10% έως το δεύτερο
τρίμηνο του επόμενου
έτους, μετά την πτώση
περίπου 4% από το
ιστορικό υψηλό των αρχών
Αυγούστου.
Στο πλαίσιο αυτής της
στρατηγικής, η τράπεζα
διατηρεί υποεπενδεδυμένη
θέση στους ημιαγωγούς,
στα κεφαλαιουχικά αγαθά
και στις εξορυκτικές
εταιρείες. Παράλληλα,
προτιμά τους αμυντικούς
κλάδους βασικών
καταναλωτικών αγαθών και
εξακολουθεί να ευνοεί
τις αμυντικές μετοχές
έναντι των κυκλικών.
Η στάση αυτή αντανακλά
την εκτίμηση ότι οι
επενδυτές ενδέχεται να
συνεχίσουν να μειώνουν
την έκθεσή τους σε
εταιρείες που εξαρτώνται
από την αδιάκοπη αύξηση
των επενδύσεων στην
AI,
όσο αυξάνονται οι
αμφιβολίες για το κόστος
χρηματοδότησης και την
κερδοφορία των νέων
υποδομών.
Το βασικό μήνυμα της
BofA
δεν είναι ότι η τεχνητή
νοημοσύνη έχει χάσει τη
μακροπρόθεσμη δυναμική
της, αλλά ότι οι αγορές
αρχίζουν να ξεχωρίζουν
την ανάπτυξη της
τεχνολογίας από την
απόδοση των τεράστιων
κεφαλαίων που
επενδύονται σε αυτήν.
Και αυτή η διάκριση
μπορεί να οδηγήσει σε
μεγαλύτερη
μεταβλητότητα,
αυστηρότερη επιλογή
μετοχών και περαιτέρω
πίεση στους κλάδους που
μέχρι πρόσφατα
θεωρούνταν οι μεγάλοι
κερδισμένοι της
AI.
|