|
Παράλληλα, το 38% των
διαχειριστών θεωρεί ότι
οι ευρωπαϊκές μετοχές θα
παρουσιάσουν μέτρια
υπεραπόδοση έναντι των
αμερικανικών μέσα στον
επόμενο χρόνο. Η άποψη
αυτή έχει εξελιχθεί στην
επικρατέστερη μεταξύ των
ερωτηθέντων, παίρνοντας
τη θέση της εκτίμησης
ότι οι δύο αγορές θα
κινηθούν περίπου με τον
ίδιο ρυθμό.
Η εικόνα είναι αισθητά
διαφορετική μεταξύ των
Ευρωπαίων και των
διεθνών επενδυτών. Σε
καθαρή βάση, το 23% των
τελευταίων δηλώνει ότι
θα διατηρούσε χαμηλότερη
έκθεση στις ευρωπαϊκές
μετοχές, καταγράφοντας
την πιο αρνητική επίδοση
από τον Σεπτέμβριο του
2022. Επιπλέον, το
καθαρό 8% έχει ήδη
τοποθετηθεί με
χαμηλότερη στάθμιση στην
Ευρώπη σε σχέση με τα
επίπεδα αναφοράς των
χαρτοφυλακίων του.
Ασθενέστερες προσδοκίες
για την οικονομία και τα
εταιρικά κέρδη
Η έρευνα καταγράφει σαφή
υποχώρηση της
αισιοδοξίας για τις
προοπτικές της
ευρωπαϊκής οικονομίας.
Το καθαρό ποσοστό των
επενδυτών που προβλέπει
επιτάχυνση της ανάπτυξης
κατά τους επόμενους 12
μήνες περιορίστηκε στο
22%, από 39% στην
προηγούμενη μέτρηση.
Την ίδια ώρα, το 66% των
συμμετεχόντων αναμένει
ότι τα επιτόκια θα
παραμείνουν σε υψηλά
επίπεδα για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα,
αποτυπώνοντας την
ενίσχυση της αντίληψης
ότι η νομισματική
χαλάρωση ενδέχεται να
αποδειχθεί πιο αργή από
ό,τι αρχικά
υπολογιζόταν.
Οι πληθωριστικές
προσδοκίες έχουν επίσης
μεταβληθεί. Το καθαρό 3%
εκτιμά πλέον ότι ο
πληθωρισμός θα κινηθεί
υψηλότερα, ενώ το καθαρό
44% προβλέπει ότι το
επιτόκιο καταθέσεων της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας θα βρίσκεται σε
υψηλότερο επίπεδο σε
έναν χρόνο.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η εξέλιξη
της εταιρικής
κερδοφορίας
αναδεικνύεται σε
καθοριστικό παράγοντα
για τη διατήρηση της
ανοδικής τάσης στις
ευρωπαϊκές αγορές. Το
56% των ερωτηθέντων
θεωρεί ότι οι ανοδικές
αναθεωρήσεις των
προβλέψεων για τα κέρδη
των επιχειρήσεων
αποτελούν τον
σημαντικότερο καταλύτη
για περαιτέρω άνοδο των
μετοχών.
Ωστόσο, οι προσδοκίες
για τη βελτίωση των
κερδών δεν είναι πλέον
τόσο ευρείες. Οι μισοί
συμμετέχοντες εκτιμούν
ότι οι θετικές
αναθεωρήσεις θα
περιοριστούν σε σχετικά
μικρό αριθμό κλάδων. Η
εκτίμηση αυτή
σηματοδοτεί σαφή αλλαγή
σε σχέση με τον
προηγούμενο μήνα, όταν
το 43% των διαχειριστών
ανέμενε ότι η βελτίωση
θα επεκτεινόταν σε
μεγαλύτερο μέρος της
αγοράς.
Κυκλικές μετοχές και
τεχνολογία στις πρώτες
επιλογές
Παρά τις
μακροοικονομικές
επιφυλάξεις, οι
προοπτικές των κυκλικών
μετοχών βελτιώνονται. Το
καθαρό 41% των επενδυτών
εκτιμά ότι οι
συγκεκριμένες μετοχές θα
υπεραποδώσουν, ποσοστό
που αποτελεί την
υψηλότερη ένδειξη από
τον Φεβρουάριο.
Η θετικότερη εκτίμηση
για τις κυκλικές
επιχειρήσεις, οι
επιδόσεις των οποίων
συνδέονται σε μεγάλο
βαθμό με τον οικονομικό
κύκλο, δεν μεταφράζεται
πάντως σε γενικευμένη
αύξηση της έκθεσης σε
μετοχές. Μόλις επτά
κλάδοι εμφανίζουν
συνολικά αυξημένη
στάθμιση στα
χαρτοφυλάκια των
διαχειριστών, γεγονός
που επιβεβαιώνει ότι οι
επενδυτικές επιλογές
παραμένουν
συγκεντρωμένες.
Η τεχνολογία βρίσκεται
στην κορυφή των
προτιμήσεων, με καθαρή
υπερεπένδυση 28%.
Παράλληλα, αποτελεί τη
δεύτερη πιο δημοφιλή
επιλογή από πλευράς
συγκέντρωσης επενδυτικών
τοποθετήσεων, καθώς το
31% των συμμετεχόντων
την κατατάσσει μεταξύ
των πλέον πολυσύχναστων
κλάδων.
Στον αντίποδα, το
λιανικό εμπόριο
παραμένει ο κλάδος με τη
μεγαλύτερη υποεπένδυση,
η οποία φθάνει το καθαρό
47%.
Αξιοσημείωτη είναι η
διαφοροποίηση στον τομέα
της υγείας. Παρότι το
16% των διαχειριστών
θεωρεί ότι ο κλάδος,
μαζί με τις
χρηματοοικονομικές
υπηρεσίες, θα
συγκαταλέγεται στους
τομείς με τις καλύτερες
χρηματιστηριακές
επιδόσεις, η πραγματική
επενδυτική τοποθέτηση
στην υγεία παραμένει
αρνητική. Η καθαρή
στάθμιση διαμορφώνεται
στο -3%, στο χαμηλότερο
επίπεδο από τον Ιούλιο
του 2025.
Οι τράπεζες εξακολουθούν
να συγκεντρώνουν
σημαντικό επενδυτικό
ενδιαφέρον, με καθαρή
υπερεπένδυση 22%.
Ταυτόχρονα, αποτελούν
την πιο πολυσύχναστη
επενδυτική επιλογή,
καθώς το 38% των
ερωτηθέντων τις
κατατάσσει στις θέσεις
με τη μεγαλύτερη
συγκέντρωση κεφαλαίων.
Προτίμηση σε ποιοτικές
μετοχές, αξία και
μεγάλες κεφαλαιοποιήσεις
Σε επίπεδο στρατηγικής,
οι διαχειριστές
κεφαλαίων προκρίνουν τις
μετοχές υψηλής
ποιότητας, τις εταιρείες
που εμφανίζουν
βελτιούμενη
χρηματιστηριακή
δυναμική, τις μετοχές
αξίας έναντι των μετοχών
ανάπτυξης, καθώς και τις
επιχειρήσεις μεγάλης
κεφαλαιοποίησης.
Η συγκεκριμένη σύνθεση
υποδηλώνει ότι οι
επενδυτές εξακολουθούν
να αναζητούν εταιρείες
με ανθεκτικότερα
χαρακτηριστικά και
σχετικά καλύτερη
ορατότητα, χωρίς να
εγκαταλείπουν πλήρως τις
ευκαιρίες που συνδέονται
με την οικονομική
ανάκαμψη.
Η επιλογή μετοχών αξίας
έναντι εκείνων
ανάπτυξης, σε συνδυασμό
με την προτίμηση για
ποιοτικές επιχειρήσεις,
αποτυπώνει επίσης την
ανάγκη για μεγαλύτερη
προσοχή στις αποτιμήσεις
και στην πραγματική
δυνατότητα των εταιρειών
να αυξήσουν την
κερδοφορία τους.
Ισπανία η αγαπημένη
αγορά, στο ιστορικό
υψηλό η επιφυλακτικότητα
για τη Γαλλία
Οι αποκλίσεις μεταξύ των
ευρωπαϊκών αγορών είναι
ακόμη πιο εμφανείς σε
γεωγραφικό επίπεδο. Η
Ισπανία συγκεντρώνει τις
ισχυρότερες θετικές
προσδοκίες, καθώς το
καθαρό 28% των επενδυτών
δηλώνει ότι θα
διατηρούσε αυξημένη
έκθεση στις ισπανικές
μετοχές κατά τους
επόμενους 12 μήνες.
Πρόκειται για την
υψηλότερη μέτρηση από
τον Μάιο του 2018.
Στον αντίποδα, η Γαλλία
βρίσκεται αντιμέτωπη με
πρωτοφανή
επιφυλακτικότητα. Το
καθαρό 56% των
ερωτηθέντων δηλώνει ότι
θα διατηρούσε μειωμένη
έκθεση στη γαλλική
αγορά, ποσοστό που
αποτελεί ιστορικό υψηλό
για τη συγκεκριμένη
ένδειξη.
Κεντρικό ρόλο στην
αρνητική στάση απέναντι
στη Γαλλία
διαδραματίζουν οι
πολιτικοί και
δημοσιονομικοί κίνδυνοι.
Το 63% των επενδυτών
θεωρεί ότι η βιωσιμότητα
των δημόσιων οικονομικών
της χώρας, σε συνδυασμό
με τον εκλογικό κύκλο
του 2027, συνιστά τον
σημαντικότερο πολιτικό
κίνδυνο για τις
ευρωπαϊκές μετοχές.
Η ανησυχία αφορά τόσο
τις δυσκολίες
δημοσιονομικής
προσαρμογής όσο και την
αβεβαιότητα για τις
πολιτικές αποφάσεις που
θα μπορούσαν να
επηρεάσουν την
οικονομική πολιτική και
την εμπιστοσύνη των
αγορών.
Συνολικά, η έρευνα της
Bank
of
America
περιγράφει μια ευρωπαϊκή
χρηματιστηριακή αγορά με
θετικές βραχυπρόθεσμες
προσδοκίες, αλλά χωρίς
ισχυρή και ομοιόμορφη
πεποίθηση για τη
μεσοπρόθεσμη πορεία της.
Η επιβράδυνση των
προβλέψεων για την
ανάπτυξη, οι ανησυχίες
για τα επιτόκια και η
αβεβαιότητα γύρω από την
εταιρική κερδοφορία
περιορίζουν το περιθώριο
για μια ευρείας βάσης
άνοδο.
Σε αυτό το περιβάλλον,
οι αναθεωρήσεις των
εταιρικών κερδών, η
νομισματική πολιτική της
ΕΚΤ και οι πολιτικές
εξελίξεις αναμένεται να
καθορίσουν σε μεγάλο
βαθμό την πορεία των
ευρωπαϊκών
χρηματιστηρίων, με τις
επιδόσεις να
διαφοροποιούνται
περισσότερο μεταξύ
κλάδων και χωρών.
|