|
Το μεγαλύτερο λάθος
είναι το panic
selling
Όταν οι μετοχές
υποχωρούν απότομα, η
ανάγκη για δράση γίνεται
συχνά εντονότερη. Ο
επενδυτής αισθάνεται ότι
πρέπει να κάνει κάτι για
να προστατεύσει το
κεφάλαιό του.
Ωστόσο, η ιστορική
εμπειρία δείχνει ότι η
μαζική πώληση σε
περιόδους έντονης πτώσης
μπορεί να αποδειχθεί
καταστροφική.
Σύμφωνα με στοιχεία της
Hartford
Funds
για την περίοδο
1996-2025, το 48% των
καλύτερων ημερών του
S&P
500 σημειώθηκε μέσα σε
bear
markets.
Το στοιχείο αυτό είναι
ιδιαίτερα σημαντικό,
διότι οι μεγαλύτερες
ημερήσιες ανακάμψεις δεν
εμφανίζονται απαραίτητα
όταν η αγορά έχει ήδη
επιστρέψει σε ανοδική
τροχιά. Αντίθετα,
αρκετές από αυτές
πραγματοποιούνται μέσα
στην ίδια την περίοδο
της μεγάλης πτώσης.
Έτσι, ένας επενδυτής που
εγκαταλείπει την αγορά
επειδή φοβάται περαιτέρω
απώλειες μπορεί να χάσει
ακριβώς εκείνες τις
ημέρες που είναι
κρίσιμες για την επόμενη
ανάκαμψη.
Η απουσία των καλύτερων
ημερών κοστίζει ακριβά
Η επίδραση του
market
timing
γίνεται ακόμη πιο
εμφανής όταν εξετάζεται
σε βάθος χρόνου.
Εάν ένας επενδυτής είχε
τοποθετήσει 10.000
δολάρια στον S&P
500 το 1996 και δεν είχε
κάνει καμία κίνηση μέχρι
το 2025, η επένδυση θα
είχε φτάσει περίπου στα
192.167 δολάρια.
Αν όμως είχε χάσει τις
10 καλύτερες ημέρες της
αγοράς, το τελικό ποσό
θα ήταν περίπου 85.490
δολάρια, δηλαδή 56%
χαμηλότερο.
Με την απώλεια των 20
καλύτερων ημερών, η αξία
θα περιοριζόταν περίπου
στα 49.551 δολάρια, ενώ
εάν ο επενδυτής έχανε
τις 30 καλύτερες ημέρες,
θα κατέληγε μόλις στα
31.123 δολάρια.
Το πρόβλημα είναι ότι
κανείς δεν γνωρίζει εκ
των προτέρων ποιες θα
είναι αυτές οι καλύτερες
ημέρες.
Αυτός είναι και ο λόγος
για τον οποίο η
προσπάθεια να προβλεφθεί
με ακρίβεια η κορυφή και
ο πυθμένας της αγοράς
είναι τόσο δύσκολη.
Οι bear
markets
είναι μέρος του
επενδυτικού κύκλου
Οι διορθώσεις και οι
bear
markets
δεν αποτελούν εξαίρεση
αλλά αναπόσπαστο κομμάτι
της χρηματιστηριακής
ιστορίας.
Και παρά το γεγονός ότι
μπορεί να προκαλέσουν
σημαντικές απώλειες σε
σύντομο χρονικό
διάστημα, συνήθως έχουν
μικρότερη διάρκεια από
τις περιόδους ανοδικής
αγοράς.
Με βάση τα ιστορικά
στοιχεία της
Hartford
Funds,
η μέση bear
market
διαρκεί λιγότερο από 10
μήνες, ενώ η μέση
bull
market
διαρκεί περίπου 2,7
χρόνια.
Παράλληλα, η μέση
απώλεια κατά τη διάρκεια
μιας bear
market
ανέρχεται περίπου στο
35%, ενώ η μέση άνοδος
μιας bull
market
φτάνει περίπου στο 112%.
Η ασυμμετρία αυτή έχει
μεγάλη σημασία για τους
μακροπρόθεσμους
επενδυτές.
Μια πτώση 35% μπορεί να
είναι εξαιρετικά
επώδυνη, αλλά μια μεγάλη
και πολυετής ανοδική
αγορά μπορεί τελικά να
υπερκαλύψει τις απώλειες
και να δημιουργήσει
σημαντικά υψηλότερες
αποδόσεις.
Η προετοιμασία πρέπει να
γίνεται πριν από την
πτώση
Η καλύτερη άμυνα
απέναντι σε μια
bear
market
δεν είναι να αποφασίσει
κανείς τι θα κάνει όταν
ο πανικός έχει ήδη
ξεκινήσει.
Είναι να έχει
δημιουργήσει από πριν
ένα χαρτοφυλάκιο που
μπορεί να αντέξει τις
μεγάλες διακυμάνσεις.
Η διαφοροποίηση αποκτά
ιδιαίτερη σημασία σε
αυτό το περιβάλλον. Ένας
επενδυτής που έχει
υπερβολική έκθεση σε μία
μετοχή, έναν κλάδο ή ένα
συγκεκριμένο επενδυτικό
αφήγημα είναι πολύ
πιθανότερο να
πανικοβληθεί όταν η
συγκεκριμένη περιοχή της
αγοράς βρεθεί υπό πίεση.
Αντίθετα, ένα
διαφοροποιημένο
χαρτοφυλάκιο μπορεί να
περιορίσει την ένταση
των απωλειών και,
κυρίως, να μειώσει την
ανάγκη για βεβιασμένες
αποφάσεις.
Καταναλωτικά αγαθά και
Dividend
Kings
Σε ένα περιβάλλον
μεγάλης αβεβαιότητας, οι
εταιρείες καταναλωτικών
αγαθών μπορούν να
λειτουργήσουν ως ένα από
τα στοιχεία
διαφοροποίησης ενός
χαρτοφυλακίου.
Η λογική είναι απλή:
ανεξάρτητα από τον
οικονομικό κύκλο, οι
καταναλωτές συνεχίζουν
να χρειάζονται βασικά
προϊόντα.
Αντίστοιχα, ενδιαφέρον
παρουσιάζουν οι
λεγόμενες
Dividend
Kings,
δηλαδή εταιρείες που
έχουν αυξήσει το μέρισμά
τους για τουλάχιστον 50
συνεχόμενα χρόνια.
Η μακροχρόνια συνέπεια
στις διανομές δεν
εξαλείφει τον
χρηματιστηριακό κίνδυνο,
αλλά αποτελεί ένδειξη
επιχειρηματικής
ανθεκτικότητας και
ισχυρής παραγωγής
ταμειακών ροών.
Για έναν επενδυτή που
προετοιμάζεται για
δύσκολες περιόδους,
τέτοιου είδους εταιρείες
μπορούν να λειτουργήσουν
ως αντίβαρο σε πιο
επιθετικές τοποθετήσεις.
Η μεγάλη ευκαιρία
βρίσκεται συχνά μέσα
στην κρίση
Το βασικό συμπέρασμα από
τους προηγούμενους
χρηματιστηριακούς
κύκλους είναι ότι οι
bear
markets
δεν είναι μόνο περίοδοι
καταστροφής κεφαλαίου.
Μπορούν επίσης να
δημιουργήσουν τις
καλύτερες ευκαιρίες για
μακροπρόθεσμες
τοποθετήσεις.
Όταν οι τιμές υποχωρούν
απότομα, οι επενδυτές
που διαθέτουν ρευστότητα
και έχουν ήδη ένα σαφές
επενδυτικό πλάνο μπορούν
να αγοράσουν ποιοτικές
επιχειρήσεις σε
σημαντικά χαμηλότερες
αποτιμήσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι
κάθε πτώση είναι
ευκαιρία αγοράς ή ότι η
αγορά δεν μπορεί να
υποχωρήσει ακόμη
περισσότερο.
Σημαίνει ότι η επένδυση
σε μετοχές πρέπει να
αξιολογείται με ορίζοντα
ετών και όχι ημερών.
Το πραγματικό στοίχημα
είναι η ψυχολογία
Σε μια bear
market,
το δυσκολότερο μέρος δεν
είναι η ανάλυση των
οικονομικών δεδομένων.
Είναι η διαχείριση της
ψυχολογίας.
Όταν οι τίτλοι υποχωρούν
20%, 30% ή και
περισσότερο, η φυσική
αντίδραση είναι να
μειωθεί το ρίσκο. Το
πρόβλημα είναι ότι η
μαζική έξοδος από την
αγορά μπορεί να συμβεί
ακριβώς πριν από μια
ισχυρή ανάκαμψη.
Γι' αυτό η προετοιμασία
έχει μεγαλύτερη αξία από
την πρόβλεψη.
Ο επενδυτής που έχει
αποφασίσει εκ των
προτέρων πόσο ρίσκο
μπορεί να αναλάβει, πόσο
διαφοροποιημένο πρέπει
να είναι το χαρτοφυλάκιό
του και ποιο μέρος του
κεφαλαίου του μπορεί να
παραμείνει επενδεδυμένο
σε μια μεγάλη διόρθωση,
έχει πολύ περισσότερες
πιθανότητες να
παραμείνει ψύχραιμος.
Η επόμενη bear
market,
όποτε και αν έρθει, δεν
θα ξεχωρίσει απαραίτητα
τους επενδυτές που
προέβλεψαν την πτώση από
εκείνους που δεν την
προέβλεψαν.
Θα ξεχωρίσει εκείνους
που είχαν σχέδιο από
εκείνους που αποφάσισαν
υπό καθεστώς φόβου.
Και ιστορικά, η
μεγαλύτερη επενδυτική
ευκαιρία συχνά δεν
βρίσκεται στην αποφυγή
κάθε πτώσης, αλλά στην
ικανότητα να παραμένει
κανείς επενδεδυμένος
όταν η αγορά προσφέρει
τις πιο δύσκολες —και
ταυτόχρονα τις πιο
ενδιαφέρουσες— τιμές.
|