| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τρίτη, 22/09/2026

    

 

Ένα από τα βασικά προβλήματα που ανέδειξε η κρίση χρέους της Ευρωζώνης επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς η Bundesbank προτείνει την επιβολή πλαφόν ή πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων στις τράπεζες που συγκεντρώνουν υπερβολικά μεγάλες θέσεις σε κρατικά ομόλογα μίας χώρας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η στενή σύνδεση μεταξύ τραπεζών και κρατών. Όσο μεγαλύτερη είναι η έκθεση μιας τράπεζας στο δημόσιο χρέος της χώρας όπου δραστηριοποιείται, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος μια κρίση στα κρατικά ομόλογα να μετατραπεί σε τραπεζικό πρόβλημα.

Και αντίστροφα: εάν οι τράπεζες υποστούν μεγάλες ζημιές και χρειαστεί να περιορίσουν τη χρηματοδότηση της οικονομίας, η επιβράδυνση μπορεί να επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά. Έτσι δημιουργείται ο γνωστός φαύλος κύκλος κράτους–τραπεζών, τον οποίο η Ευρώπη προσπάθησε να περιορίσει μετά την κρίση χρέους, χωρίς όμως να τον έχει εξαλείψει.

 

Μεγάλη συγκέντρωση κρατικού χρέους στα χαρτοφυλάκια

Η Bundesbank εξετάζει την έκθεση 56 μεγάλων τραπεζών της Ευρωζώνης και διαπιστώνει ότι η συγκέντρωση παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.

Περίπου μία στις τρεις τράπεζες είχε πάνω από το 75% του χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων της τοποθετημένο σε τίτλους του εγχώριου Δημοσίου.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στο 43% των τραπεζών η έκθεση στο κρατικό χρέος της χώρας τους ξεπερνούσε το σύνολο των βασικών εποπτικών κεφαλαίων CET1.

Με άλλα λόγια, σε αρκετές περιπτώσεις το ύψος των κρατικών ομολόγων που κατέχει μια τράπεζα είναι πολλαπλάσιο των κεφαλαίων που διαθέτει για να απορροφήσει ζημιές.

Η πρακτική αυτή είναι γνωστή ως «home bias», δηλαδή η προτίμηση των τραπεζών για κρατικούς τίτλους της χώρας τους. Η Bundesbank επισημαίνει ότι δεν οφείλεται μόνο στη γνώση της εγχώριας αγοράς, αλλά ενισχύεται και από το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο.

Γιατί οι τράπεζες μπορούν να συγκεντρώνουν τόσο μεγάλη έκθεση

Σήμερα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τα ανοίγματα έναντι κρατών της Ευρωζώνης μπορούν να έχουν μηδενικό συντελεστή στάθμισης κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι δεν δημιουργούν αντίστοιχη ανάγκη για κεφάλαια βάσει κινδύνου, αν και λαμβάνονται υπόψη στον δείκτη μόχλευσης.

Παράλληλα, τα κρατικά ανοίγματα εξαιρούνται από τα όρια που ισχύουν για τα μεγάλα ανοίγματα των τραπεζών.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να συγκεντρώσει πολύ μεγάλη θέση στο χρέος ενός συγκεκριμένου κράτους, χωρίς η συγκεκριμένη έκθεση να αντιμετωπίζεται εποπτικά με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπιζόταν μια αντίστοιχη συγκέντρωση σε άλλον τύπο ενεργητικού.

Ακριβώς αυτή τη σχέση θέλει να επανεξετάσει η Bundesbank.

Το stress test δείχνει πόσο γρήγορα μεταφέρεται ο κίνδυνος

Η γερμανική κεντρική τράπεζα πραγματοποίησε άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε 79 σημαντικές τράπεζες της Ευρωζώνης.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όσο αυξάνεται η συγκέντρωση κρατικών ομολόγων σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια μιας τράπεζας, τόσο εντονότερη είναι η επίπτωση στους κεφαλαιακούς δείκτες σε περίπτωση κρίσης.

Σε ένα σενάριο γενικευμένης απώλειας εμπιστοσύνης στα κρατικά ομόλογα, οι τράπεζες με έκθεση κάτω από το 50% των εποπτικών κεφαλαίων τους εμφάνιζαν κατά μέσο όρο υποχώρηση του CET1 κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες.

Όταν όμως η έκθεση ξεπερνούσε το 250% των κεφαλαίων, η μέση μείωση έφθανε τις 1,3 ποσοστιαίες μονάδες.

Η διαφορά είναι σημαντική: η ίδια αναταραχή στις αγορές δεν έχει την ίδια επίπτωση σε όλες τις τράπεζες. Το μέγεθος και κυρίως η συγκέντρωση της έκθεσης στο κρατικό χρέος καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το πόσο γρήγορα μπορεί να μεταφερθεί η κρίση στους κεφαλαιακούς δείκτες.

Ιταλία, Γερμανία και Γαλλία στο δεύτερο σενάριο

Η Bundesbank εξέτασε και ένα πιο στοχευμένο σενάριο, με αύξηση κατά 200 μονάδες βάσης στα ασφάλιστρα κινδύνου των κρατικών τίτλων των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης.

Η μεγαλύτερη επίπτωση καταγράφηκε στις ιταλικές τράπεζες.

Ο δείκτης CET1 υποχωρούσε κατά μέσο όρο:

Χώρα

Μέση υποχώρηση CET1

Ιταλία

-1,8 μονάδες

Γερμανία

-0,8 μονάδες

Γαλλία

-0,3 μονάδες

Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η γεωγραφική διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό «μαξιλάρι». Όσο λιγότερο εξαρτάται μια τράπεζα από τα ομόλογα ενός συγκεκριμένου κράτους, τόσο μικρότερη είναι η ζημιά από μια κρίση που αφορά αποκλειστικά τον συγκεκριμένο εκδότη.

Δύο λύσεις: κεφάλαια ή πλαφόν

Η Bundesbank θέτει ουσιαστικά δύο επιλογές στο τραπέζι.

Η πρώτη είναι η επιβολή πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων όταν η έκθεση μιας τράπεζας σε κρατικό χρέος υπερβαίνει συγκεκριμένα επίπεδα σε σχέση με τα CET1.

Η λογική είναι απλή: όσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση, τόσο περισσότερα κεφάλαια θα πρέπει να δεσμεύει η τράπεζα.

Με αυτόν τον τρόπο δεν απαγορεύεται η αγορά κρατικών ομολόγων, αλλά γίνεται ακριβότερη από πλευράς κεφαλαιακού κόστους όταν η έκθεση αποκτά υπερβολικές διαστάσεις.

Η δεύτερη λύση είναι πιο άμεση: θέσπιση ανώτατου ορίου στην έκθεση μιας τράπεζας απέναντι σε ένα συγκεκριμένο κράτος.

Σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου, η τράπεζα θα πρέπει να περιορίσει σταδιακά τη θέση της και να μην μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τις αγορές τίτλων του συγκεκριμένου εκδότη.

Το πρόβλημα είναι ότι οι τράπεζες αποτελούν βασικούς αγοραστές κρατικού χρέους

Εδώ βρίσκεται και η βασική δυσκολία της πρότασης.

Οι τράπεζες δεν είναι απλώς κάτοχοι κρατικών ομολόγων. Αποτελούν σημαντικό τμήμα της αγοράς δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης.

Κατέχουν περίπου 23% του συνολικού κρατικού χρέους, ενώ σημαντικές θέσεις διαθέτουν επίσης οι κεντρικές τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι διεθνείς επενδυτές.

Ένα απότομο πλαφόν θα μπορούσε επομένως να μειώσει τη ζήτηση για κρατικούς τίτλους, αυξάνοντας τις αποδόσεις και τη μεταβλητότητα στις αγορές.

Για χώρες με μεγάλες ανάγκες αναχρηματοδότησης, η επίπτωση θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντική: λιγότερη ζήτηση από τις εγχώριες τράπεζες σημαίνει πιθανώς υψηλότερο κόστος δανεισμού και μεγαλύτερη δυσκολία στην απορρόφηση νέων εκδόσεων.

Σταδιακή εφαρμογή για να μην προκληθεί νέο σοκ

Για τον λόγο αυτόν, η προσέγγιση της Bundesbank δεν παραπέμπει σε μια απότομη αλλαγή των κανόνων.

Η εφαρμογή θα πρέπει να γίνει σταδιακά, με μεταβατικές περιόδους και προσεκτική βαθμονόμηση των ορίων, ώστε οι τράπεζες και οι αγορές να έχουν χρόνο να προσαρμοστούν.

Το ζήτημα συνδέεται άμεσα και με την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και τη δημιουργία ενός πραγματικά ενιαίου ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η βασική ιδέα είναι ότι μια ευρωπαϊκή τράπεζα θα πρέπει σταδιακά να αντιμετωπίζει την αγορά κρατικών ομολόγων ως ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και όχι ως προέκταση του ισολογισμού του κράτους στο οποίο εδρεύει.

Η συζήτηση αναδεικνύει έτσι ένα πρόβλημα που παρέμεινε μετά την κρίση χρέους: η Ευρώπη μπορεί να έχει ενισχύσει σημαντικά τα κεφάλαια και την εποπτεία των τραπεζών, όμως η σύνδεση μεταξύ τραπεζών και κρατικού χρέους παραμένει ισχυρή.

Και σε μια νέα περίοδο υψηλών επιτοκίων, μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αυξημένων αποδόσεων των ομολόγων, η συγκέντρωση αυτή μπορεί να αποτελέσει ξανά κανάλι μετάδοσης μιας κρίσης από το κράτος στο τραπεζικό σύστημα και από εκεί στην πραγματική οικονομία.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum