|
Η Capital
Economics
έχει εδώ και χρόνια πιο
αισιόδοξη στάση απέναντι
στις αμερικανικές
μετοχές σε σχέση με
μεγάλο μέρος της αγοράς,
ακριβώς επειδή θεωρεί
ότι η τεχνητή νοημοσύνη
αποτελεί τεχνολογία με
πραγματικά
μετασχηματιστικό
οικονομικό αποτέλεσμα.
Ωστόσο, η ίδια
αισιοδοξία δεν αναιρεί
την εκτίμηση ότι οι
αποτιμήσεις μπορούν να
απομακρυνθούν υπερβολικά
από τα θεμελιώδη μεγέθη
και να δημιουργήσουν μια
κλασική χρηματιστηριακή
φούσκα.
Οκτώ προειδοποιητικά
σημάδια
Για να αξιολογήσει το
πόσο ώριμη είναι μια
χρηματιστηριακή φούσκα,
ο Reilly
εξετάζει οκτώ βασικούς
δείκτες, μεταξύ των
οποίων οι αποτιμήσεις,
οι προσδοκίες για τα
κέρδη, η συγκέντρωση του
δείκτη, η μεταβλητότητα,
η μόχλευση, οι εκδόσεις
νέων μετοχών και η
συμμετοχή των ξένων
επενδυτών.
Η εικόνα που προκύπτει
είναι μικτή. Ορισμένοι
δείκτες έχουν ήδη φτάσει
σε επίπεδα που στο
παρελθόν συνδέθηκαν με
κορυφώσεις της αγοράς,
ενώ άλλοι δεν έχουν
ακόμη φτάσει σε ακραίες
τιμές.
Το σημαντικότερο
προειδοποιητικό σήμα
είναι τα κέρδη.
Οι προσδοκίες για την
αύξηση των κερδών του
S&P
500 έχουν φτάσει σε
επίπεδα που παραπέμπουν
στην κορύφωση της
φούσκας των dot-com,
ενώ οι μακροπρόθεσμες
προβλέψεις για την
αύξηση των κερδών ανά
μετοχή βρίσκονται σε
ιστορικά υψηλά.
Το πρόβλημα είναι ότι
ένα πολύ μεγάλο μέρος
αυτής της αναμενόμενης
αύξησης κερδών έχει
συγκεντρωθεί στον
τεχνολογικό κλάδο. Αυτό
σημαίνει ότι μια
απογοήτευση στα
αποτελέσματα ή στις
προοπτικές των μεγάλων
τεχνολογικών εταιρειών
θα μπορούσε να έχει
δυσανάλογα μεγάλη
επίδραση σε ολόκληρο τον
S&P
500.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα
κρίσιμο σήμερα, καθώς η
πρόσφατη άνοδος των
αμερικανικών μετοχών
εξακολουθεί να
στηρίζεται σε μεγάλο
βαθμό στις προσδοκίες
για ισχυρή ανάπτυξη των
κερδών και στις
επενδύσεις γύρω από την
τεχνητή νοημοσύνη. Ακόμη
και αισιόδοξοι οίκοι,
όπως η Barclays,
αναγνωρίζουν πλέον ότι
οι αποτιμήσεις και η
βιωσιμότητα των
επενδύσεων στην
AI
αποτελούν βασικούς
κινδύνους.
Η συγκέντρωση θυμίζει
dot-com
Ένα δεύτερο σημαντικό
προειδοποιητικό σημάδι
είναι η εξαιρετικά υψηλή
συγκέντρωση του S&P
500.
Οι μεγαλύτερες
τεχνολογικές εταιρείες
έχουν αποκτήσει τεράστιο
βάρος στον δείκτη, με
αποτέλεσμα η πορεία
λίγων μετοχών να
καθορίζει σε μεγάλο
βαθμό τη συνολική εικόνα
της Wall
Street.
Η Capital
Economics
θεωρεί ότι η συγκέντρωση
έχει πλησιάσει τα ακραία
επίπεδα που
παρατηρήθηκαν στην εποχή
της φούσκας των
dot-com.
Αυτό δεν σημαίνει ότι
μια κατάρρευση είναι
άμεση, αλλά αυξάνει
σημαντικά την ευαισθησία
του δείκτη σε
οποιαδήποτε αρνητική
έκπληξη από τις μεγάλες
εταιρείες τεχνολογίας.
Παράλληλα, οι καθαρές
εκδόσεις μετοχών έχουν
επιστρέψει σε θετικό
έδαφος, ενώ η συμμετοχή
των ξένων επενδυτών στις
αμερικανικές μετοχές
βρίσκεται σε ιστορικά
υψηλά επίπεδα.
Το IPO
boom
μπορεί να αποτελέσει τον
καταλύτη
Ιδιαίτερη σημασία
αποδίδει η
Capital
Economics
στην επιστροφή ενός
μεγάλου κύματος αρχικών
δημόσιων προσφορών και
πωλήσεων μετοχών.
Η ιστορική εμπειρία
δείχνει ότι οι περίοδοι
κατά τις οποίες οι
εταιρείες σπεύδουν να
εκμεταλλευθούν τις
υψηλές αποτιμήσεις για
να αντλήσουν κεφάλαια
συχνά εμφανίζονται κοντά
σε σημαντικές
χρηματιστηριακές
κορυφώσεις.
Η προοπτική μιας νέας
μεγάλης προσφοράς
μετοχών από εταιρείες
που συνδέονται με την
τεχνητή νοημοσύνη θα
μπορούσε επομένως να
αποτελέσει κρίσιμο τεστ
για την απορροφητικότητα
της αγοράς. Η ίδια η
Capital
Economics
έχει προειδοποιήσει ότι
οι μεγάλες IPOs
και οι πωλήσεις μετοχών
από εταιρείες του
οικοσυστήματος της
AI
ενδέχεται να αυξήσουν
σημαντικά την προσφορά
μετοχών.
Δεν έχουν χτυπήσει όλα
τα καμπανάκια
Παρά την αυξημένη
ανησυχία, η εικόνα δεν
είναι ακόμη αντίστοιχη
με την απόλυτη κορύφωση
προηγούμενων φουσκών.
Η μόχλευση, για
παράδειγμα, δεν
θεωρείται ακόμη
ιδιαίτερα ανησυχητική σε
σχέση με άλλους δείκτες,
αν και η κατεύθυνσή της
προκαλεί προβληματισμό.
Το ίδιο ισχύει για τη
μεταβλητότητα. Οι
δείκτες μεταβλητότητας
είναι συμβατοί με μια
φούσκα που βρίσκεται σε
μεσαίο προς προχωρημένο
στάδιο, αλλά η
μεταβλητότητα στις
επιμέρους μετοχές δεν
έχει φτάσει ακόμη στα
ακραία επίπεδα που είχαν
καταγραφεί λίγο πριν από
την κατάρρευση της
dot-com.
Αυτό ακριβώς εξηγεί
γιατί η Capital
Economics
δεν προβλέπει άμεση
κατάρρευση.
8.250 μονάδες πριν από
τις 6.500
Το πιο ενδιαφέρον
στοιχείο της ανάλυσης
είναι ότι η
Capital
Economics
δεν θεωρεί πως η φούσκα
έχει ήδη σκάσει.
Αντίθετα, εκτιμά ότι ο
S&P
500 μπορεί να συνεχίσει
την άνοδό του και να
φτάσει στις 8.250
μονάδες έως το τέλος του
2026, από περίπου
7.650–7.700 μονάδες
σήμερα.
Το πραγματικό πρόβλημα,
σύμφωνα με το βασικό της
σενάριο, έρχεται στη
συνέχεια.
Η εκτίμηση για τον
S&P
500 στις 6.500 μονάδες
έως το τέλος του 2027
σημαίνει μια πτώση
περίπου 21% από τον
στόχο των 8.250 μονάδων
για το τέλος του 2026.
Με άλλα λόγια, η
Capital
Economics
δεν βλέπει απαραίτητα το
τέλος του ράλι να
έρχεται άμεσα. Βλέπει
όμως την αγορά να
εισέρχεται σε μια τελική
φάση υπερθέρμανσης, κατά
την οποία οι μετοχές
μπορούν να κινηθούν
ακόμη υψηλότερα πριν οι
υπερβολικές προσδοκίες
για τα κέρδη της
τεχνητής νοημοσύνης
αρχίσουν να
διορθώνονται.
Το μήνυμα προς τους
επενδυτές είναι επομένως
ιδιαίτερα
χαρακτηριστικό:
η άνοδος μπορεί να μην
έχει τελειώσει, αλλά
αυτό δεν σημαίνει ότι η
αγορά δεν βρίσκεται ήδη
σε επικίνδυνα
προχωρημένο στάδιο του
κύκλου.
Η Capital
Economics
θεωρεί ότι το τέλος της
φούσκας είναι
περισσότερο θέμα μηνών
παρά ετών. Και το
γεγονός ότι η εταιρεία
παραμένει ανοδική για
τον S&P
500 βραχυπρόθεσμα, ενώ
προβλέπει σημαντική
πτώση το 2027,
αποτυπώνει ίσως καλύτερα
από οτιδήποτε άλλο τη
διπλή εικόνα της
σημερινής Wall
Street:
ακόμη υπάρχει
περιθώριο για ένα
τελευταίο ράλι, αλλά το
ρίσκο της επόμενης
μεγάλης διόρθωσης
αυξάνεται.
|