|
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του οίκου:
Η Ελλάδα έχει την
υψηλότερη ενεργειακή
κατανάλωση ως ποσοστό
του ΑΕΠ (άνω του 4%),
ενώ η Ελβετία
βρίσκεται στο χαμηλότερο
επίπεδο (<1%).
Στις μεγαλύτερες
οικονομίες της Ευρωζώνης
και στο Ηνωμένο
Βασίλειο, η
κατανάλωση κυμαίνεται
κυρίως μεταξύ 1,5% και
2% του ΑΕΠ, δείχνοντας
την ευαισθησία τους σε
τυχόν σοκ στην αγορά
ενέργειας.
Η Capital
Economics
επισημαίνει ότι ο
αντίκτυπος των υψηλών
τιμών εξαρτάται και από
τη χρήση ενέργειας: οι
οικονομίες με μεγάλους
ενεργοβόρους
βιομηχανικούς τομείς
είναι πιο ευάλωτες.
Ειδικότερα, η Πολωνία
και η Γερμανία
εμφανίζουν μεγαλύτερη
ευαισθησία σε σχέση με
την Ισπανία ή τη
Γαλλία, όπως
φάνηκε και κατά την
ενεργειακή κρίση του
2022.
Όσον αφορά στα
νοικοκυριά, χώρες όπως η
Ιταλία και η
Ιρλανδία είναι πιο
ευάλωτες λόγω του υψηλού
βάρους της ενέργειας στα
καταναλωτικά τους
καλάθια, ενώ η
Βρετανία και η
Πολωνία φαίνονται
λιγότερο εκτεθειμένες.
Τελικά, η ικανότητα των
κυβερνήσεων να παρέχουν
μέτρα στήριξης θα
καθορίσει την πραγματική
επίπτωση στα νοικοκυριά.
Χώρες με μικρά
ελλείμματα ή
πλεονάσματα, όπως η
Γερμανία, η
Ιρλανδία, η
Νορβηγία και η
Ελλάδα, έχουν
μεγαλύτερη δυνατότητα να
απορροφήσουν το σοκ, σε
αντίθεση με χώρες όπως η
Γαλλία και το
Ηνωμένο Βασίλειο,
όπου η δημοσιονομική
ευελιξία είναι
περιορισμένη.


|