|
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η
Capital
Economics
εκτιμά ότι οι αγορές
ενέργειας εξακολουθούν
να υποτιμούν τον κίνδυνο
μιας παρατεταμένης
διακοπής των προμηθειών.
Οι τιμές πετρελαίου και
φυσικού αερίου, όπως
σημειώνει, συνεχίζουν να
ενσωματώνουν την
προσδοκία ότι τα Στενά
του Ορμούζ θα ανοίξουν
σχετικά σύντομα,
επιτρέποντας την
αποκατάσταση της
ομαλότητας στην
προσφορά. Ωστόσο, ο
οίκος προειδοποιεί ότι
τα εμπορικά αποθέματα
πετρελαίου θα μπορούσαν
να υποχωρήσουν σε
κρίσιμα επίπεδα ήδη έως
τα τέλη Ιουνίου.
Η εταιρεία αναλύσεων
επισημαίνει ότι, εάν δεν
υπάρξει κάποια
ουσιαστική εξέλιξη μέσα
στις επόμενες εβδομάδες,
το βασικό της σενάριο
ουσιαστικά παύει να
ισχύει και η παγκόσμια
οικονομία θα κινηθεί πιο
κοντά στο δυσμενές
σενάριο που είχε
παρουσιάσει αμέσως μετά
την έναρξη του πολέμου,
στις αρχές Μαρτίου.
Στο αρνητικό αυτό
σενάριο, οι παγκόσμιες
εξαγωγές πετρελαίου
προβλέπεται να μειωθούν
σχεδόν κατά 10% μέσα στο
έτος, ενώ οι εξαγωγές
LNG
θα μπορούσαν να
υποχωρήσουν περισσότερο
από 10%. Υπό αυτές τις
συνθήκες, η τιμή του
Brent
εκτιμάται ότι θα
εκτιναχθεί στα 130
δολάρια ανά βαρέλι στις
αρχές του τρίτου
τριμήνου, πριν
αποκλιμακωθεί προς τα
120 δολάρια μέχρι το
τέλος της χρονιάς.
Η Capital
Economics
υπογραμμίζει ότι όσο
αυξάνονται οι τιμές της
ενέργειας, τόσο
δυσκολότερη γίνεται η
ακριβής αποτίμηση των
οικονομικών επιπτώσεων.
Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί
σχεδόν βέβαιο ότι οι
μεγαλύτερες πιέσεις θα
ασκηθούν στις οικονομίες
της Ευρώπης και της
Ασίας, περισσότερο απ’
ό,τι στις Ηνωμένες
Πολιτείες.
Για την Ευρώπη, αν και η
εξάρτηση από τις
εισαγωγές ενέργειας
παραμένει υψηλή, οι
επιπτώσεις ίσως
αποδειχθούν ελαφρώς
ηπιότερες από τις
αρχικές εκτιμήσεις,
κυρίως επειδή οι αγορές
φυσικού αερίου έχουν
μέχρι στιγμής επηρεαστεί
λιγότερο από όσο
αναμενόταν. Αυτό
αποδίδεται στη χαμηλή
εποχική ζήτηση για
φυσικό αέριο αλλά και
στη συγκρατημένη στάση
των ασιατικών αγοραστών
απέναντι στις αυξήσεις
τιμών.
Ακόμη κι έτσι, στο
δυσμενές σενάριο ο
πληθωρισμός στην
Ευρωζώνη και στο Ηνωμένο
Βασίλειο θα μπορούσε να
κινηθεί προς το 6%-7%,
αναγκάζοντας τόσο την
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα όσο και την
Τράπεζα της Αγγλίας να
επανέλθουν σε αυξήσεις
επιτοκίων, πιθανόν
συνολικού ύψους 100
μονάδων βάσης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες,
η Capital
Economics
εκτιμά ότι ο πληθωρισμός
θα μπορούσε να πλησιάσει
το 5%, γεγονός που
ενδέχεται να οδηγήσει
και τη Federal
Reserve
σε νέα αύξηση επιτοκίων.
Ωστόσο, ο οίκος θεωρεί
πιθανότερο ένα
περιορισμένο βήμα της
τάξης των 25 μονάδων
βάσης από τον νέο
πρόεδρο της Fed,
Kevin
Warsh,
με το βασικό επιτόκιο να
διαμορφώνεται στο εύρος
3,75%-4,00%.
Υπό αυτές τις συνθήκες,
η αμερικανική οικονομία
εκτιμάται ότι θα
αναπτυχθεί φέτος με
ρυθμό περίπου 1,5%,
σημαντικά χαμηλότερα από
το 2,2% που προβλέπεται
στο βασικό σενάριο της
Capital
Economics.
|