Η Capital
Economics
θεωρεί ότι τα κρατικά
ομόλογα παρουσιάζουν το
μεγαλύτερο περιθώριο
ανόδου, δεδομένου ότι οι
αποτιμήσεις τους
εξακολουθούν να απέχουν
αισθητά από τα επίπεδα
πριν από την έναρξη της
σύγκρουσης. Ιδιαίτερα
στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα
βρετανικά gilts
εμφανίζουν ακόμη
μεγαλύτερο χώρο για
ανάκαμψη, καθώς οι
προσδοκίες για την
πορεία των επιτοκίων
παραμένουν υψηλότερες σε
σχέση με άλλες μεγάλες
οικονομίες.
Αντίθετα, ο οίκος εκτιμά
ότι οποιοδήποτε ράλι
στον χρυσό πιθανότατα θα
είναι προσωρινό, καθώς η
πορεία του πολύτιμου
μετάλλου αναμένεται να
επηρεαστεί περισσότερο
από τις πραγματικές
αποδόσεις και τη
νομισματική πολιτική,
παρά από γεωπολιτικούς
παράγοντες.
Όσον αφορά τις μετοχικές
αγορές, σημειώνεται ότι
έχουν ήδη καλύψει τις
απώλειες που προκάλεσε η
αρχική φάση της
σύγκρουσης. Έτσι, παρότι
μια ειρηνευτική εξέλιξη
θα μπορούσε να δώσει
πρόσθετη ώθηση, το
περιθώριο ανόδου
θεωρείται πιο
περιορισμένο σε σχέση με
τα ομόλογα, καθώς μεγάλο
μέρος των θετικών
προσδοκιών έχει ήδη
ενσωματωθεί στις τιμές.
Η Capital
Economics
υπογραμμίζει επίσης ότι,
στις περιόδους όπου
ενισχύονται οι ελπίδες
για αποκλιμάκωση, οι
τεχνολογικές μετοχές
τείνουν να
υπεραποδίδουν, ενώ πιο
αμυντικοί κλάδοι όπως η
ενέργεια, οι
επιχειρήσεις κοινής
ωφέλειας και τα βασικά
καταναλωτικά αγαθά
εμφανίζουν ασθενέστερη
εικόνα. Παράλληλα,
πιέσεις καταγράφονται
και στον κλάδο των
πρώτων υλών, λόγω της
εξάρτησής του από τις
τιμές των εμπορευμάτων.
Ο οίκος εκτιμά ότι, σε
περίπτωση περαιτέρω
ενίσχυσης των προσδοκιών
για ειρήνη, τα ίδια
μοτίβα θα μπορούσαν να
επαναληφθούν, με τις
μικρότερες
κεφαλαιοποιήσεις να
υπεραποδίδουν έναντι των
μεγάλων εταιρειών, όπως
έχει παρατηρηθεί και σε
προηγούμενες φάσεις της
αγοράς.