|
Ο
MOVE πέρασε κρίσιμο όριο
Ο δείκτης MOVE
ξεπέρασε την προηγούμενη
Πέμπτη το όριο των
δύο τυπικών
αποκλίσεων με
βάση το ιστορικό ενός
έτους.
Η κίνηση σημειώθηκε μία
ημέρα μετά τα ισχυρά
στοιχεία PMI
και μια αδύναμη
δημοπρασία αμερικανικών
ομολόγων, που οδήγησαν
την απόδοση του 10ετούς
Treasury
πάνω από το 5%.
Η Citi
προειδοποιεί ότι η
υπέρβαση αυτού του ορίου
σηματοδοτεί μετάβαση σε
ένα περιβάλλον
μεγαλύτερης πίεσης για
τις αγορές.
Ιστορικά, οι υψηλές
τιμές του MOVE
έχουν συνδεθεί με
αδυναμία στον
S&P
500,
καθώς η έντονη
μεταβλητότητα στις
αποδόσεις αυξάνει την
αβεβαιότητα για τις
αποτιμήσεις των μετοχών
και το κόστος κεφαλαίου.
Γιατί αυτή τη φορά είναι
διαφορετικά
Υπάρχει πάντως ένα
στοιχείο που θα μπορούσε
να λειτουργήσει
καθησυχαστικά.
Η ιστορική συμπεριφορά
του MOVE
δείχνει ότι όταν ξεπερνά
το συγκεκριμένο όριο,
συνήθως επιστρέφει
χαμηλότερα μέσα σε λίγες
ημέρες. Παράλληλα, η
μεταβλητότητα στην αγορά
ομολόγων τείνει να
υποχωρεί όταν οι
επενδυτές αποκτούν
σαφέστερη εικόνα για την
πορεία των επιτοκίων της
Fed.
Αυτό συνήθως συμβαίνει
περίπου δύο
μήνες μετά την πρώτη
αύξηση επιτοκίων,
όταν έχει γίνει πιο
ξεκάθαρος ο ρυθμός των
επόμενων κινήσεων.
Ωστόσο, η Citi
επισημαίνει ότι αυτή η
ιστορική σχέση δεν είναι
απαραίτητα εφαρμόσιμη
στην τρέχουσα συγκυρία.
Ο λόγος είναι ότι το
σημερινό sell-off
δεν καθοδηγείται από το
βραχυπρόθεσμο σκέλος της
καμπύλης, αλλά από το
μακροπρόθεσμο
άκρο.
«Buyer’s strike» στις
δημοπρασίες
Οι αναλυτές επιτοκίων
της Citi
εντοπίζουν αυτό που
χαρακτηρίζουν «buyer’s
strike»,
δηλαδή απροθυμία των
επενδυτών να
απορροφήσουν την
αυξημένη προσφορά
κρατικού χρέους.
Το αποτέλεσμα είναι οι
εβδομάδες κατά τις
οποίες πραγματοποιούνται
σημαντικές δημοπρασίες
ομολόγων να εμφανίζουν
πλέον πολύ μεγαλύτερη
μεταβλητότητα από το
συνηθισμένο.
Μια αδύναμη δημοπρασία
μπορεί να προκαλέσει
απότομη άνοδο των
αποδόσεων, καθώς οι
επενδυτές απαιτούν
υψηλότερη αποζημίωση για
να αγοράσουν
μακροπρόθεσμο χρέος.
Και όσο μεγαλύτερη
γίνεται η προσφορά
κρατικών ομολόγων, τόσο
δυσκολότερο είναι να
απορροφηθεί χωρίς
υψηλότερες αποδόσεις.
Το
ουδέτερο επιτόκιο ίσως
ανεβαίνει
Η Citi
εκτιμά ότι ένας από τους
βασικούς παράγοντες πίσω
από την άνοδο των
μακροπρόθεσμων αποδόσεων
είναι η εκτίμηση ότι το
ουδέτερο
επιτόκιο
μετακινείται υψηλότερα.
Με άλλα λόγια, η αγορά
ενδέχεται να θεωρεί ότι
η οικονομία μπορεί να
αναπτύσσεται ισχυρότερα
χωρίς να απαιτείται τόσο
χαλαρή νομισματική
πολιτική όσο στο
παρελθόν.
Σε συνδυασμό με τις
ισχυρές προοπτικές
ανάπτυξης, αυτό
δημιουργεί ένα
περιβάλλον όπου οι
επενδυτές απαιτούν
υψηλότερες αποδόσεις για
να διακρατήσουν
μακροπρόθεσμα κρατικά
ομόλογα.
Το πρόβλημα είναι ότι,
σύμφωνα με τη
Citi,
δεν υπάρχει προς
το παρόν ένας σαφής
καταλύτης που θα
μπορούσε να τερματίσει
την απροθυμία των
αγοραστών.
Αυτό σημαίνει ότι ο
δείκτης MOVE
θα μπορούσε να
παραμείνει σε υψηλά
επίπεδα για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα.
Οι
μικρές κεφαλαιοποιήσεις
δέχονται μεγαλύτερη
πίεση
Η εικόνα στην αγορά
μετοχών είναι μέχρι
στιγμής πιο σύνθετη.
Ο S&P
500 έχει παραμείνει
σχετικά σταθερός, όμως
κάτω από την επιφάνεια η
εικόνα είναι πιο
αδύναμη. Η Citi
επισημαίνει ότι οι
μετοχές μικρής
κεφαλαιοποίησης έχουν
υποχωρήσει αισθητά
περισσότερο.
Η εξέλιξη αυτή είναι
συμβατή με ένα
περιβάλλον υψηλότερων
μακροπρόθεσμων
αποδόσεων, καθώς οι
μικρότερες εταιρείες
είναι συνήθως
περισσότερο ευάλωτες στο
κόστος χρηματοδότησης
και έχουν μικρότερη
πρόσβαση στις αγορές
κεφαλαίου.
Το βασικό μήνυμα της
Citi,
επομένως, δεν είναι ότι
η άνοδος των αποδόσεων
σημαίνει αυτομάτως
κατάρρευση των μετοχών.
Είναι ότι η
μεταβλητότητα των
επιτοκίων έχει πλέον
μεγαλύτερη σημασία από
το ίδιο το επίπεδο των
επιτοκίων.
Και όσο ο δείκτης
MOVE
παραμένει αυξημένος, οι
αγορές μετοχών και
ιδιαίτερα τα πιο
ευαίσθητα τμήματά τους
θα παραμένουν
εκτεθειμένα σε
μεγαλύτερες
διακυμάνσεις.
|