|
Παράλληλα, οι
βουλευτικές εκλογές του
2027 ενδέχεται να
επαναφέρουν στο
προσκήνιο τον πολιτικό
κίνδυνο. Η βασική
εκτίμηση της Citi,
πάντως, είναι ότι δεν θα
υπάρξει ουσιαστική
αλλαγή στην κατεύθυνση
της οικονομικής
πολιτικής μετά την
εκλογική αναμέτρηση.
Διεθνές περιβάλλον με
αυξημένη αβεβαιότητα
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η
Citi
καταγράφει ένα
περιβάλλον πολλαπλών
προκλήσεων. Οι ανησυχίες
για τη βιωσιμότητα της
επενδυτικής έκρηξης στην
τεχνητή νοημοσύνη, οι
δημοσιονομικές πιέσεις
στη Γαλλία και η
συνεχιζόμενη
αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ
και Ιράν αποτελούν
παράγοντες που αυξάνουν
την αβεβαιότητα για την
πορεία της διεθνούς
οικονομίας και των
αγορών.
Παρά τις επιμέρους
εστίες κινδύνου, η
παγκόσμια οικονομική
δραστηριότητα
εξακολουθεί να εμφανίζει
ανθεκτικότητα. Η
Citi
διατηρεί την πρόβλεψή
της για ανάπτυξη 2,7% το
2026, ενώ για το 2027
αναμένει μικρή
επιτάχυνση στο 2,8%.
Στην εκτίμηση αυτή
ενσωματώνεται η
προσδοκία ότι οι
επιπτώσεις από τη
σύγκρουση με το Ιράν θα
υποχωρήσουν σταδιακά.
Σημαντική στήριξη
παρέχει η ανθεκτικότητα
των επιχειρήσεων, η
οποία συμβάλλει στη
διατήρηση της
απασχόλησης, αλλά και η
καταναλωτική δαπάνη, που
συνεχίζει να κινείται
παρά την
επιφυλακτικότητα των
νοικοκυριών.
Στις αγορές κρατικών
ομολόγων, ωστόσο, οι
εξελίξεις είναι πιο
ανησυχητικές. Από την
έναρξη της σύγκρουσης με
το Ιράν, οι αποδόσεις
έχουν καταγράψει
σημαντική άνοδο σε
αρκετές μεγάλες
οικονομίες. Η μεγαλύτερη
μεταβολή σημειώθηκε στη
Γαλλία, όπου η απόδοση
του δεκαετούς ομολόγου
αυξήθηκε κατά 175
μονάδες βάσης.
Στις ΗΠΑ και τη Βρετανία
η άνοδος ξεπέρασε τις
100 μονάδες βάσης, ενώ
στη Γερμανία, την
Ιαπωνία και τον Καναδά
διαμορφώθηκε περίπου
στις 75 μονάδες βάσης.
Παρότι σε αρκετές αγορές
έχει καταγραφεί σχετική
σταθεροποίηση τις
τελευταίες εβδομάδες, η
δημοσιονομική κατάσταση
της Γαλλίας εξακολουθεί
να αποτελεί βασική πηγή
προβληματισμού.
Επιφυλακτική στάση στα
ομόλογα της ευρωπαϊκής
περιφέρειας
Υπό αυτές τις συνθήκες,
η Citi
διατηρεί αρνητική
επενδυτική στάση (underweight)
απέναντι στα κρατικά
ομόλογα της ευρωπαϊκής
περιφέρειας, αλλά και
στα γαλλικά ομόλογα.
Η απόφαση της
Moody’s
να διατηρήσει την
πιστοληπτική αξιολόγηση
της Γαλλίας στο
Aa3,
με αρνητικές προοπτικές,
προσέφερε προσωρινή
ανακούφιση στις αγορές.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους
αναλυτές της Citi,
δεν υπάρχουν ακόμη
ουσιαστικές ενδείξεις
προόδου στη
δημοσιονομική προσαρμογή
της χώρας.
Καθοριστικό ρόλο
διαδραματίζει και ο
πολιτικός κύκλος του
2027, καθώς η Γαλλία
εισέρχεται σε χρονιά
προεδρικών και
βουλευτικών εκλογών. Η
Citi
εκτιμά ότι μέχρι τότε τα
πολιτικά κόμματα θα
έχουν περιορισμένα
κίνητρα να προωθήσουν
δύσκολα μέτρα
δημοσιονομικής
εξυγίανσης, γεγονός που
μπορεί να διατηρήσει την
αβεβαιότητα για τη
μελλοντική πορεία των
δημόσιων οικονομικών.
Οι πρόσφατες κοινωνικές
αντιδράσεις στη Γαλλία
και την Ιταλία
ενισχύουν, σύμφωνα με
τον οίκο, τις ανησυχίες
για τα περιθώρια
εφαρμογής περιοριστικής
δημοσιονομικής
πολιτικής.
Παρά τις πιέσεις στη
Γαλλία, η Citi
δεν διαπιστώνει ισχυρούς
θεμελιώδεις λόγους που
να δικαιολογούν μια
γενικευμένη κρίση στα
κρατικά ομόλογα της
ευρωζώνης. Επισημαίνει
ότι αρκετές χώρες της
περιφέρειας έχουν
βελτιώσει σημαντικά τη
δημοσιονομική τους θέση
σε σχέση με την περίοδο
της κρίσης δημόσιου
χρέους της δεκαετίας του
2010.
Ενδεικτικά, η
Πορτογαλία, η Ιταλία, η
Ιρλανδία, η Ελλάδα και η
Ισπανία αναμένεται να
εμφανίσουν πρωτογενή
πλεονάσματα το 2026. Η
εξέλιξη αυτή
διαφοροποιεί τη σημερινή
εικόνα από εκείνη της
προηγούμενης κρίσης,
όταν οι δημοσιονομικές
ανισορροπίες είχαν λάβει
πολύ μεγαλύτερες
διαστάσεις.
Ωστόσο, το μέγεθος της
γαλλικής οικονομίας και
η βαρύτητα των γαλλικών
ομολόγων στις ευρωπαϊκές
αγορές σημαίνουν ότι
οποιαδήποτε επιδείνωση
μπορεί να επηρεάσει
ευρύτερα τα περιθώρια
αποδόσεων στην ευρωζώνη.
Παράλληλα, και η Ιταλία
εισέρχεται σε εκλογικό
κύκλο το 2027,
προσθέτοντας έναν ακόμη
παράγοντα αβεβαιότητας.
Η Citi
εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα δύσκολα
θα παρέμβει για να
περιορίσει τις πιέσεις,
εφόσον δεν προηγηθούν
συγκεκριμένα βήματα
δημοσιονομικής
προσαρμογής. Εξαίρεση θα
μπορούσε να αποτελέσει
μια απότομη και
ανεξέλεγκτη αναταραχή
στις αγορές ομολόγων ή
μια πολιτική εξέλιξη που
θα δημιουργούσε σαφείς
προοπτικές εξυγίανσης
των δημόσιων
οικονομικών.
Επιπλέον, προειδοποιεί
ότι μια νέα κλιμάκωση
της έντασης στη Μέση
Ανατολή μετά τις
ενδιάμεσες εκλογές στις
ΗΠΑ θα μπορούσε να
οδηγήσει σε περαιτέρω
διεύρυνση των περιθωρίων
αποδόσεων των κρατικών
ομολόγων στην ευρωζώνη.
Προτίμηση στα ομόλογα
των αναδυόμενων αγορών
Διαφορετική είναι η
προσέγγιση της
Citi
απέναντι στα ομόλογα των
αναδυόμενων αγορών, στα
οποία διατηρεί θετική
επενδυτική θέση (overweight).
Ο οίκος εξακολουθεί να
τα προτιμά από τα
κρατικά ομόλογα των
ανεπτυγμένων οικονομιών,
αν και έχει περιορίσει
μέρος της έκθεσής του
στα επιτόκια,
ενισχύοντας παράλληλα τη
θέση του στα βρετανικά
κρατικά ομόλογα.
Οι αναδυόμενες αγορές
έχουν εμφανίσει καλύτερη
συμπεριφορά σε σχέση με
τις ανεπτυγμένες
οικονομίες, ενώ
αποτελούν την
προτιμώμενη επιλογή της
Citi
από τον Αύγουστο. Η
ελκυστικότητά τους
συνδέεται τόσο με τις
υψηλότερες αποδόσεις που
προσφέρουν όσο και με τη
σημαντική συμμετοχή
χωρών όπως η Κίνα και η
Νότια Κορέα στους
σχετικούς δείκτες.
Για την Κίνα, πάντως, η
στάση της Citi
παραμένει πιο
επιφυλακτική όσον αφορά
τις προοπτικές του 2027.
Παρά τα πρόσφατα
ενθαρρυντικότερα
στοιχεία και τη
σταθεροποίηση της
οικονομικής
δραστηριότητας, οι
αναλυτές εντοπίζουν
παράγοντες που θα
μπορούσαν να οδηγήσουν
σε επιβράδυνση.
Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται το υψηλό
ποσοστό αποταμίευσης των
νοικοκυριών, η συνέχιση
της εκκαθάρισης των
αποθεμάτων κατοικιών και
η πιθανή κορύφωση του
ρυθμού αύξησης της
παραγωγής ημιαγωγών. Οι
εξελίξεις αυτές
ενδέχεται να επηρεάσουν
τις αποφάσεις
οικονομικής πολιτικής το
2027, καθώς το Πεκίνο θα
κληθεί να προσαρμόσει τη
στρατηγική του στις νέες
συνθήκες.
Συνολικά, η ανάλυση της
Citi
σκιαγραφεί μια ελληνική
οικονομία που διατηρεί
σταθερό ρυθμό ανάπτυξης
και εμφανίζει ορισμένα
σημαντικά πλεονεκτήματα
απέναντι στις διεθνείς
αναταράξεις, χωρίς όμως
να απουσιάζουν οι
διαρθρωτικές αδυναμίες.
Η πορεία του εξωτερικού
ισοζυγίου, η διατήρηση
της επενδυτικής
δυναμικής και η πολιτική
συνέχεια μετά τις
εκλογές του 2027 θα
αποτελέσουν βασικούς
παράγοντες για τη
διαμόρφωση των
οικονομικών προοπτικών
της χώρας.
|