|
Αντίθετα, την τρέχουσα
εβδομάδα τα
βραχυπρόθεσμα συμβόλαια
TTF
αυξήθηκαν περίπου κατά
65-70% σε σύγκριση με
τον μέσο όρο του
Ιανουαρίου, ενώ το
μονοετές συμβόλαιο
μελλοντικής εκπλήρωσης
ενισχύθηκε περίπου κατά
20%. Αυτό δείχνει ότι η
αγορά εκτιμά πως οι
πιθανές διαταραχές στον
εφοδιασμό θα έχουν
μάλλον περιορισμένη
διάρκεια.
Η Citi
επισημαίνει επίσης ότι
το μέγεθος της πιθανής
διακοπής στην προσφορά
φυσικού αερίου είναι
σαφώς μικρότερο από
εκείνο του 2022. Το
ρωσικό φυσικό αέριο
κάλυπτε το 45% των
προμηθειών της ΕΕ το
2021, ενώ σήμερα το
αέριο από το Κατάρ
αντιστοιχεί μόλις στο 4%
του ευρωπαϊκού
εφοδιασμού, παρότι
ορισμένες χώρες έχουν
μεγαλύτερη εξάρτηση –
όπως η Ιταλία, που
προμηθεύεται περίπου το
10% από το Κατάρ.
Παράλληλα, και τα δύο
ενεργειακά σοκ
εμφανίστηκαν σε
περιόδους εποχικά
χαμηλών αποθεμάτων
φυσικού αερίου, αμέσως
μετά τον χειμώνα,
γεγονός που αυξάνει την
ευαισθησία των τιμών.
Φέτος μάλιστα τα
αποθέματα βρίσκονται σε
ιδιαίτερα χαμηλά
επίπεδα, επισημαίνει η
τράπεζα.
Επιπτώσεις στον
πληθωρισμό της Ευρωζώνης
Σύμφωνα με τη
Citi,
το μονοετές συμβόλαιο
TTF
αποτελεί τον βασικό
δείκτη μέσω του οποίου
μεταφέρονται οι αυξήσεις
του φυσικού αερίου στον
πληθωρισμό. Ο λόγος
είναι ότι τα περισσότερα
συμβόλαια ενέργειας των
νοικοκυριών έχουν
σταθερή τιμή και
αναπροσαρμόζονται
συνήθως μία φορά τον
χρόνο.
Έτσι, η άνοδος περίπου
18% στο μονοετές
συμβόλαιο TTF
θεωρείται πιο σημαντική
ένδειξη για τον
πληθωρισμό από την
αύξηση 65% των
βραχυπρόθεσμων
συμβολαίων.
Οι υπολογισμοί της
τράπεζας δείχνουν ότι
μια μόνιμη άνοδος 10%
στο TTF
αυξάνει τον πληθωρισμό
της Ευρωζώνης κατά
περίπου 10 μονάδες βάσης
μέσα σε 12-15 μήνες. Με
βάση αυτή τη σχέση, η
πρόσφατη κίνηση των
τιμών θα μπορούσε να
προσθέσει περίπου 20
μονάδες βάσης, με την
κορύφωση της επίδρασης
να εμφανίζεται προς τα
τέλη του 2026.
Ταυτόχρονα, η άνοδος
κατά περίπου 16% στην
τιμή του πετρελαίου
Brent
από τον Φεβρουάριο
εκτιμάται ότι θα
προσθέσει άλλες 20
μονάδες βάσης.
Συνολικά, οι άμεσες
επιπτώσεις από τις τιμές
ενέργειας θα μπορούσαν
να αυξήσουν τις βασικές
προβλέψεις της
Citi
για τον πληθωρισμό από
1,8% σε 2,2% το 2026 και
από 1,8% σε 1,9% το
2027, υπό την προϋπόθεση
ότι οι τιμές του φυσικού
αερίου και του
πετρελαίου θα
παραμείνουν στα σημερινά
επίπεδα. Εάν όμως οι
τιμές υποχωρήσουν,
μεγάλο μέρος αυτής της
επίδρασης θα μπορούσε να
αντιστραφεί.
Η τράπεζα θεωρεί επίσης
περιορισμένη την
πιθανότητα έντονων
δευτερογενών επιπτώσεων
στον πληθωρισμό. Σε
αντίθεση με το
2021-2022, όταν οι τιμές
αγαθών, υπηρεσιών και
μισθών αυξάνονταν ήδη
λόγω της μετα-πανδημικής
ανάκαμψης και των
προβλημάτων στις
εφοδιαστικές αλυσίδες,
σήμερα η οικονομία
βρίσκεται σε πιο
αποπληθωριστική φάση του
κύκλου.
Αυτή η εκτίμηση
επιβεβαιώνεται και από
προσομοιώσεις με το
Oxford
Economic
Model.
Με βάση τα σημερινά
επίπεδα τιμών ενέργειας,
ο πληθωρισμός της
Ευρωζώνης θα μπορούσε να
αυξηθεί κατά 0,4-0,5
ποσοστιαίες μονάδες
φέτος και περίπου κατά
0,2 μονάδες το επόμενο
έτος, πριν επιστρέψει
στα βασικά επίπεδα έως
το δεύτερο εξάμηνο του
2027.
Επιπτώσεις στην
οικονομική ανάπτυξη
Οι επιδράσεις στην
ανάπτυξη της Ευρωζώνης
εκτιμώνται ακόμη πιο
περιορισμένες. Σε ένα
σενάριο προσωρινής
ανόδου των τιμών
ενέργειας, η Citi
υπολογίζει μια μικρή
επιβράδυνση της
ανάπτυξης κατά περίπου
0,1 ποσοστιαία μονάδα το
2026, η οποία θα
αντιστραφεί αργότερα, με
ελαφρώς υψηλότερη
ανάπτυξη γύρω στο 2029
καθώς οι τιμές θα
ομαλοποιούνται.
Εάν οι αυξήσεις των
τιμών αποδειχθούν
μόνιμες, η αρνητική
επίδραση στην ανάπτυξη
θα παραμείνει περίπου
στο –0,1% και για την
περίοδο 2027-2028, πριν
επανέλθει σε κανονικά
επίπεδα μετά το 2029.
Τι σημαίνει για την ΕΚΤ
Ακόμη και με την
αναθεώρηση των
προβλέψεων για τον
πληθωρισμό στο 2,2% και
1,9%, τα επίπεδα αυτά
παραμένουν κοντά στον
στόχο του 2%. Για τον
λόγο αυτό, η Citi
δεν αναμένει ότι η
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα θα αντιδράσει με
αυξήσεις επιτοκίων.
Η τράπεζα σημειώνει
επίσης ότι στις αρχές
του 2022 το βασικό
επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν
στο –0,5%, δηλαδή σε
έντονα επεκτατικό
επίπεδο, ενώ σήμερα
βρίσκεται περίπου στο
2%, κοντά στο ουδέτερο
εύρος. Αυτό περιορίζει
ακόμη περισσότερο την
πιθανότητα νέας σύσφιξης
της νομισματικής
πολιτικής.
Κατά την εκτίμηση της
Citi,
το τρέχον σοκ θα
αντιμετωπιστεί ως ένα
κλασικό εξωγενές σοκ
προσφοράς, του οποίου οι
επιπτώσεις θα
εξασθενήσουν σταδιακά
χωρίς να απαιτηθεί
αλλαγή της νομισματικής
πολιτικής.
Τέλος, η τράπεζα θεωρεί
ότι αν υπάρξει κάποια
πολιτική αντίδραση στην
Ευρώπη, αυτή θα προέλθει
πιθανότερα από τη
δημοσιονομική πολιτική,
με την πιθανή επαναφορά
ενεργειακών επιδοτήσεων
για τη στήριξη
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων.
|