|
Ο
κύκλος της AI δεν
περιορίζεται πλέον στη
Nvidia
Ο Ives
περιγράφει την
επενδυτική διαδρομή της
τεχνητής νοημοσύνης σαν
ένα πάρτι που ξεκίνησε
στις 9:30 το βράδυ και
βρίσκεται πλέον στις
11:30, με νέες εταιρείες
να συνεχίζουν να
εισέρχονται. Η
Nvidia
και ο διευθύνων
σύμβουλός της,
Jensen
Huang,
δεν είναι πλέον οι
μοναδικοί πρωταγωνιστές.
Στο οικοσύστημα έχουν
αποκτήσει ισχυρότερη
παρουσία εταιρείες όπως
η AMD,
η Palantir
Technologies
και η Snowflake.
Η ανάπτυξη της AI
δημιουργεί ευκαιρίες όχι
μόνο για τους
κατασκευαστές
επεξεργαστών, αλλά και
για τις επιχειρήσεις που
αναπτύσσουν λογισμικό,
διαχειρίζονται δεδομένα
ή παρέχουν την
απαραίτητη υποδομή.
Η διάχυση των επενδύσεων
σε περισσότερα επίπεδα
της αλυσίδας αξίας έχει
ιδιαίτερη σημασία για
τους επενδυτές. Ακόμη
και αν η αγορά των
ημιαγωγών αντιμετωπίσει
περιόδους διόρθωσης, οι
ανάγκες για υπολογιστική
ισχύ, ηλεκτρική
ενέργεια, ψύξη, δίκτυα
και αποθήκευση δεδομένων
μπορεί να συνεχίσουν να
αυξάνονται.
Η
ρύθμιση της AI και η
μάχη ΗΠΑ–Κίνας
Ένα από τα κρίσιμα
ζητήματα για την επόμενη
φάση της αγοράς είναι το
ρυθμιστικό πλαίσιο. Η
τεχνολογική πρόοδος
κινείται ταχύτερα από τη
νομοθεσία, με αποτέλεσμα
οι εταιρείες να
καλούνται να αναπτύξουν
μηχανισμούς
αυτορρύθμισης και
ασφαλείας.
Ο Ives
εκτιμά ότι οι ΗΠΑ
διατηρούν σημαντικό
προβάδισμα έναντι της
Κίνας στο τεχνολογικό
μέτωπο. Μια υπερβολικά
αυστηρή επιβράδυνση της
αμερικανικής ανάπτυξης,
ωστόσο, δεν θα σήμαινε
απαραίτητα ότι το Πεκίνο
θα ακολουθούσε την ίδια
πορεία.
Παράλληλα, οι
πρωτοβουλίες για την
ασφάλεια της AI
ενδέχεται να επηρεάσουν
τον ανταγωνισμό μεταξύ
των επιχειρήσεων. Εάν οι
μεγαλύτεροι πάροχοι
συμφωνήσουν σε
αυστηρότερα όρια
ανάπτυξης, οι εταιρείες
που βρίσκονται ήδη στην
κορυφή θα μπορούσαν να
διατηρήσουν το
προβάδισμά τους, ενώ οι
μικρότεροι ανταγωνιστές
θα δυσκολεύονταν να
καλύψουν την απόσταση.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, η ρύθμιση
δεν αποτελεί μόνο πιθανό
εμπόδιο για την
ανάπτυξη. Μπορεί να
λειτουργήσει και ως
παράγοντας που
αναδιαμορφώνει τις
ισορροπίες στην αγορά.
Η
«κυρίαρχη AI» δημιουργεί
ευκαιρίες για την
Palantir και τη Nvidia
Η ανάγκη για ασφαλή
διαχείριση δεδομένων
ενισχύει τη ζήτηση για
λύσεις που επιτρέπουν σε
επιχειρήσεις και
κρατικούς οργανισμούς να
αξιοποιούν την τεχνητή
νοημοσύνη χωρίς να
παραδίδουν τον πλήρη
έλεγχο των πληροφοριών
τους σε εξωτερικούς
παρόχους.
Η προσέγγιση αυτή,
γνωστή ως
Sovereign
AI,
αποκτά ολοένα μεγαλύτερη
σημασία. Η
Palantir
έχει επενδύσει εδώ και
χρόνια σε λύσεις
διαχείρισης και
αξιοποίησης δεδομένων,
ενώ και η Nvidia
ενισχύει την παρουσία
της σε αυτό το πεδίο.
Η λογική είναι ότι οι
περιορισμοί που
δημιουργούνται από τις
απαιτήσεις ασφάλειας και
κυριαρχίας των δεδομένων
μπορούν να μετατραπούν
σε νέες εμπορικές
ευκαιρίες για εταιρείες
που προσφέρουν τις
κατάλληλες τεχνολογικές
λύσεις.
Meta, Microsoft και
Apple ποντάρουν στη
δύναμη της
εγκατεστημένης βάσης
Ένα από τα σημαντικότερα
πλεονεκτήματα των
μεγάλων τεχνολογικών
ομίλων είναι η τεράστια
βάση χρηστών τους. Η
δυνατότητα ενσωμάτωσης
εργαλείων AI
σε ήδη δημοφιλή προϊόντα
μπορεί να επιταχύνει την
εμπορική αξιοποίησή τους
και να περιορίσει το
κόστος προσέλκυσης
πελατών.
Η Meta
διαθέτει πρόσβαση σε
περίπου 3,5 δισ.
χρήστες, γεγονός που
καθιστά ιδιαίτερα
σημαντική την προσπάθειά
της να αξιοποιήσει τον
βοηθό Muse
μέσω της διαφήμισης και
του ηλεκτρονικού
εμπορίου. Ακόμη και η
μετατροπή ενός μικρού
ποσοστού αυτής της βάσης
σε πρόσθετα έσοδα θα
μπορούσε να επηρεάσει
την απόδοση των
επενδύσεών της.
Ωστόσο, ο ανταγωνισμός
μεταξύ των πλατφορμών
γίνεται εντονότερος. Η
Amazon
απέκλεισε τον
Muse
από το κατάστημά της τον
Σεπτέμβριο, μια κίνηση
που δείχνει ότι οι
εταιρείες θα επιδιώξουν
να διατηρήσουν τον
έλεγχο της σχέσης με τον
καταναλωτή και των
δεδομένων που παράγονται
από αυτή.
Στη Microsoft,
η πορεία του
Copilot
έχει δεχθεί πιέσεις,
όμως ο Ives
θεωρεί ότι το
σημαντικότερο μέτωπο
είναι η ανάπτυξη του
Azure,
καθώς οι επιχειρήσεις
μεταφέρουν ολοένα
περισσότερες
υπολογιστικές εργασίες
στο cloud.
Η Apple
διαθέτει περίπου 1,5
δισ. iPhone
και συνολικά 2,5 δισ.
συσκευές iOS.
Αυτή η εγκατεστημένη
βάση μπορεί να της
προσφέρει σημαντικό
πλεονέκτημα, ακόμη και
αν η ενσωμάτωση των
δυνατοτήτων AI
γίνει με βραδύτερο ρυθμό
από εκείνον των
ανταγωνιστών. Το
επετειακό iPhone
του 2027 αναμένεται να
αποτελέσει σημαντικό
ορόσημο για τον νέο
διευθύνοντα σύμβουλο
John
Ternus.
Οι
«neoclouds»
αναδεικνύονται σε νέο
επίπεδο της αγοράς
Σημαντικό ρόλο στην
επόμενη φάση του κύκλου
επενδύσεων αναμένεται να
διαδραματίσουν οι
λεγόμενες
neoclouds,
δηλαδή εταιρείες που
προσφέρουν
εξειδικευμένες υποδομές
cloud
για εφαρμογές τεχνητής
νοημοσύνης.
Η Nebius
Group
και η CoreWeave
πραγματοποιούν
επενδύσεις μεγάλης
κλίμακας, προσεγγίζοντας
το μοντέλο των μεγάλων
hyperscalers,
χωρίς όμως να διαθέτουν
την ίδια
χρηματοοικονομική ισχύ
και ταμειακά αποθέματα.
Σύμφωνα με τον
Ives,
κάθε δολάριο που
δαπανάται για έναν
επεξεργαστή της
Nvidia
μπορεί να δημιουργεί
περίπου 10 δολάρια
πρόσθετων δαπανών γύρω
από αυτόν. Η ανάγκη για
ηλεκτρική ενέργεια,
συστήματα ψύξης,
δικτυακό εξοπλισμό και
άλλες υποδομές διευρύνει
σημαντικά το οικονομικό
αποτύπωμα της AI.
Στην ευρύτερη αλυσίδα
αξίας εντάσσονται επίσης
εταιρείες όπως η
IBM,
η οποία
δραστηριοποιείται σε
τομείς όπως η κβαντική
υπολογιστική. Το
ενδιαφέρον, επομένως,
δεν περιορίζεται στους
κατασκευαστές των πιο
προηγμένων chips,
αλλά επεκτείνεται σε
ολόκληρο το οικοσύστημα
που απαιτείται για τη
λειτουργία των υποδομών
AI.
Tesla
και SpaceX:
Το μεγάλο στοίχημα της
ενοποίησης
Για την Tesla,
ο Ives
εντοπίζει μια κρίσιμη
περίοδο έξι έως εννέα
μηνών, κατά την οποία η
εταιρεία θα πρέπει να
αποδείξει ότι μπορεί να
επιταχύνει την ανάπτυξη
της δραστηριότητας των
robotaxi
και να δικαιολογήσει τις
προσδοκίες που έχουν
ενσωματωθεί στη μετοχή
της.
Ο αναλυτής εκτιμά ότι
υπάρχει πιθανότητα άνω
του 80% να
πραγματοποιηθεί
συγχώνευση της
Tesla
με τη SpaceX
έως το τέλος του 2027. Η
βασική ιδέα είναι ότι ο
συνδυασμός δεδομένων,
τεχνολογίας και υποδομών
θα μπορούσε να
δημιουργήσει μεγαλύτερη
αξία από τη λειτουργία
των δύο επιχειρήσεων
χωριστά.
Πρόκειται, ωστόσο, για
προσωπική εκτίμηση του
Ives
και όχι για
επιβεβαιωμένη συμφωνία.
Η χρονική στιγμή και οι
όροι μιας ενδεχόμενης
συναλλαγής παραμένουν
αβέβαιοι, ενώ η πρόσφατη
εισαγωγή της
SpaceX
στο χρηματιστήριο και οι
σταδιακές λήξεις
περιόδων δέσμευσης
μετοχών έως τον
Δεκέμβριο προσθέτουν
παράγοντες που θα
μπορούσαν να επηρεάσουν
τις εξελίξεις.
Το λογισμικό καλείται να
αποδείξει ότι η
AI
φέρνει πραγματικά έσοδα
Οι εταιρείες
επιχειρηματικού
λογισμικού
αντιμετωπίζουν μια
διαφορετική πρόκληση.
Δεν αρκεί πλέον να
ενσωματώνουν εργαλεία
AI
στα προϊόντα τους·
πρέπει να αποδεικνύουν
ότι οι πελάτες είναι
διατεθειμένοι να
πληρώσουν για αυτά και
ότι οι νέες υπηρεσίες
δημιουργούν διατηρήσιμη
ανάπτυξη εσόδων.
Η Salesforce
βρίσκεται σε μια κρίσιμη
περίοδο για να αποδείξει
ότι οι επιχειρήσεις
υιοθετούν τις λύσεις
AI
που προσφέρει, αντί να
αναπτύσσουν εναλλακτικές
εφαρμογές ή να
περιορίζουν την εξάρτησή
τους από παραδοσιακές
πλατφόρμες λογισμικού.
Για την Adobe
και την Intuit,
οι προκλήσεις είναι πιο
δομικές, καθώς η
AI
ενδέχεται να αλλάξει τον
τρόπο με τον οποίο οι
πελάτες χρησιμοποιούν
και πληρώνουν για
ορισμένες υπηρεσίες.
Το κρίσιμο σημείο είναι
η μετάβαση από τις
επενδύσεις στην
πραγματική κερδοφορία.
Σύμφωνα με τον
Ives,
τα πρώτα ενθαρρυντικά
σημάδια εμπορικής
αξιοποίησης εμφανίστηκαν
το τελευταίο τρίμηνο στη
Microsoft,
την Alphabet
και την Amazon.
Η επόμενη δοκιμασία
είναι κατά πόσο αυτή η
τάση θα επεκταθεί σε
τομείς όπως οι
χρηματοοικονομικές
υπηρεσίες, το Δημόσιο
και η υγεία. Η ευρύτερη
υιοθέτηση της AI
από αυτούς τους κλάδους
θα μπορούσε να
μετατρέψει τον σημερινό
επενδυτικό κύκλο σε έναν
πιο σταθερό κύκλο
αύξησης των εταιρικών
κερδών.
Η διόρθωση δεν σημαίνει
απαραίτητα ότι τελείωσε
η επενδυτική έκρηξη
Το βασικό μήνυμα του
Dan
Ives
είναι ότι η πρόσφατη
πτώση των μετοχών
AI
δεν αρκεί για να
αποδείξει ότι η αγορά
έχει φτάσει στο τέλος
του κύκλου. Εφόσον έχει
πραγματοποιηθεί λιγότερο
από το 15% των συνολικών
επενδύσεων που εκτιμά
ότι θα απαιτηθούν,
σημαντικό μέρος της
ανάπτυξης ενδέχεται να
βρίσκεται ακόμη μπροστά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι
όλες οι εταιρείες θα
ωφεληθούν στον ίδιο
βαθμό ή ότι οι σημερινές
αποτιμήσεις είναι
δικαιολογημένες. Οι
υψηλές κεφαλαιουχικές
δαπάνες, η ανάγκη
χρηματοδότησης, οι
γεωπολιτικοί κίνδυνοι
και η αβεβαιότητα γύρω
από τη μελλοντική
κερδοφορία μπορούν να
προκαλέσουν σημαντικές
αποκλίσεις μεταξύ των
επιχειρήσεων.
Για τους επενδυτές, το
ουσιαστικό ερώτημα δεν
είναι μόνο πόσα χρήματα
θα δαπανηθούν συνολικά
για την τεχνητή
νοημοσύνη, αλλά ποιοι θα
καταφέρουν να
μετατρέψουν αυτές τις
δαπάνες σε διατηρήσιμα
έσοδα και κέρδη. Η
επόμενη φάση της αγοράς
ενδέχεται να αναδείξει
όχι μόνο τους νικητές
στην κατασκευή
chips,
αλλά και εκείνους που
ελέγχουν τις υποδομές,
τα δεδομένα, τη διανομή
των υπηρεσιών και την
τελική σχέση με τον
πελάτη.
|