|
Ωστόσο, νέοι παράγοντες
– όπως η τεχνητή
νοημοσύνη, οι εμπορικές
εντάσεις με την Κίνα και
η ανατίμηση του ευρώ –
λειτουργούσαν ήδη ως
αντισταθμιστικοί
παράγοντες σε αυτό το
σενάριο.
Αναθεωρημένο βασικό
σενάριο
Στο νέο της πλαίσιο, η
Deutsche
Bank
αναμένει πλέον ότι η ΕΚΤ
θα προχωρήσει σε
αυξήσεις της τάξης των
50 μονάδων βάσης,
οδηγώντας τα επιτόκια
στο 2,50% το καλοκαίρι
του 2026. Το επίπεδο
αυτό τοποθετείται στο
άνω όριο του ουδέτερου
εύρους και
χαρακτηρίζεται από τον
οίκο ως «μετρημένη
σύσφιξη», που αποσκοπεί
στη διατήρηση της
σταθερότητας των τιμών
χωρίς υπερβολική
επιβάρυνση της
ανάπτυξης.
Παράλληλα, εξετάζεται
ένα σενάριο στο οποίο η
ΕΚΤ θα μπορούσε να
προχωρήσει σε δύο
διαδοχικές αυξήσεις 25
μονάδων βάσης μέσα στο
καλοκαίρι του 2026, είτε
τον Ιούνιο και Ιούλιο
είτε τον Ιούνιο και
Σεπτέμβριο.
Ο ρόλος του πληθωρισμού
και της ανάπτυξης
Η τράπεζα εκτιμά ότι ο
πληθωρισμός ενδέχεται να
κορυφωθεί κοντά στο
3,7%, ενώ το σωρευτικό
πληθωριστικό σοκ της
περιόδου 2026–2027
προσεγγίζει τις δύο
ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, η επιβράδυνση
της οικονομικής
δραστηριότητας, η
χαλάρωση της αγοράς
εργασίας και οι πιθανοί
περιορισμοί στην
ενέργεια ενισχύουν τους
κινδύνους για την
ανάπτυξη.
Στο βασικό σενάριο, η
Deutsche
Bank
υποθέτει ότι οι
γεωπολιτικές εντάσεις
αποκλιμακώνονται σχετικά
γρήγορα, με αποτέλεσμα η
ανάπτυξη της Ευρωζώνης
να διαμορφώνεται στο
0,5% το 2026, έναντι
1,1% προηγουμένως. Σε
πιο δυσμενές σενάριο, η
οικονομία θα μπορούσε να
κινηθεί ακόμη και σε
μηδενικούς ρυθμούς
ανάπτυξης.
Δημοσιονομικές πιέσεις
και ενεργειακό κόστος
Ο οίκος επισημαίνει ότι
το ενεργειακό σοκ
αυξάνει τις πιέσεις στα
δημόσια οικονομικά, με
τα κράτη μέλη να
εξετάζουν μεγαλύτερη
ευελιξία στους
δημοσιονομικούς κανόνες
της ΕΕ. Οι παρεμβάσεις
ενεργειακής στήριξης
εκτιμώνται σχετικά
περιορισμένες, αλλά η
παρατεταμένη διάρκεια
του σοκ ενδέχεται να
αυξήσει το δημοσιονομικό
κόστος μεσοπρόθεσμα.
Συμπέρασμα
Παρά την αυξημένη
αβεβαιότητα, η
Deutsche
Bank
καταλήγει ότι το
περιβάλλον εξακολουθεί
να δικαιολογεί μια
«μετρημένη» σύσφιξη από
την ΕΚΤ. Η χαμηλότερη
ανάπτυξη λειτουργεί ως
αντιστάθμισμα στον
υψηλότερο πληθωρισμό, με
αποτέλεσμα η κεντρική
τράπεζα να υιοθετεί
στάση ισορροπίας μεταξύ
σταθερότητας τιμών και
αποφυγής υπερβολικής
επιβράδυνσης της
οικονομίας.
|