|
Η αυστηρότερη στάση της
Fed
περιόρισε την ανοδική
δυναμική
Καθοριστικός παράγοντας,
σύμφωνα με τη
Deutsche
Bank,
ήταν η πιο «σκληρή»
στάση που υιοθέτησε η
Federal
Reserve
στην τελευταία
συνεδρίασή της.
Η αγορά αιφνιδιάστηκε
από το γεγονός ότι
περίπου οι μισοί
αξιωματούχοι που
συμμετείχαν στο λεγόμενο
dot
plot
εξακολουθούν να
προβλέπουν τουλάχιστον
μία ακόμη αύξηση
επιτοκίων εντός του
έτους. Παράλληλα, ο
πρόεδρος της Fed,
Kevin
Warsh,
έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα
στη μάχη κατά του
πληθωρισμού και στην
ανάγκη διατήρησης της
σταθερότητας των τιμών.
Ταυτόχρονα, τα
οικονομικά στοιχεία
διεθνώς συνεχίζουν να
υπερβαίνουν τις
προβλέψεις,
επιβεβαιώνοντας την
ανθεκτικότητα της
παγκόσμιας οικονομίας
παρά τις γεωπολιτικές
εντάσεις στη Μέση
Ανατολή.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε
σε σημαντική άνοδο των
πραγματικών αποδόσεων
των κρατικών ομολόγων.
Στις ΗΠΑ, η πραγματική
απόδοση του 10ετούς
ομολόγου διαμορφώθηκε
στο 2,22%, στο υψηλότερο
επίπεδο των τελευταίων
δώδεκα μηνών, ενώ στη
Γερμανία έφτασε στο
0,89%, υψηλό πενταμήνου.
Κατά τη
Deutsche
Bank,
η άνοδος των πραγματικών
επιτοκίων και η
αναθεώρηση των
προσδοκιών για τη
νομισματική πολιτική
εξουδετέρωσαν σε μεγάλο
βαθμό τα οφέλη από τη
συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν.
Οι αγορές είχαν ήδη
προεξοφλήσει την
αποκλιμάκωση
Ένας δεύτερος λόγος
είναι ότι οι επενδυτές
είχαν ήδη ενσωματώσει
στα χαρτοφυλάκιά τους το
ενδεχόμενο προσωρινής
αποκλιμάκωσης της
κρίσης.
Όπως σημειώνει η
τράπεζα, οι αγορές
αντιδρούν κυρίως στις
προσδοκίες και όχι στα
γεγονότα καθαυτά. Η
καμπύλη των συμβολαίων
μελλοντικής εκπλήρωσης
στο πετρέλαιο είχε ήδη
προεξοφλήσει χαμηλότερες
τιμές τους επόμενους
μήνες, γεγονός που
περιόρισε τα περιθώρια
θετικής έκπληξης όταν
τελικά ανακοινώθηκε η
συμφωνία.
Μετά την αποκλιμάκωση, η
δομή των συμβολαίων
πετρελαίου έχει σχεδόν
επανέλθει στα επίπεδα
που επικρατούσαν στις
αρχές του έτους, καθώς
υποχώρησε η έντονη
backwardation
που είχε δημιουργηθεί
κατά τη διάρκεια της
κρίσης.
Οι αποτιμήσεις είχαν ήδη
φτάσει σε υψηλά επίπεδα
Η
Deutsche
Bank
υπογραμμίζει επίσης ότι
οι αγορές είχαν
προηγουμένως καταγράψει
ένα ιδιαίτερα ισχυρό
ανοδικό κύμα.
Ο S&P
500 ενισχύθηκε περίπου
κατά 16% μέσα στους δύο
μήνες Απρίλιο και Μάιο,
επίδοση που έχει
εμφανιστεί μόλις
τέσσερις φορές μετά τον
Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις περισσότερες
περιπτώσεις είχε
προηγηθεί ύφεση, ενώ η
μοναδική εξαίρεση ήταν
λίγους μήνες πριν από τη
Μαύρη Δευτέρα.
Η ισχυρή άνοδος δεν
περιορίστηκε στις
μετοχές. Τα
spreads
των ομολόγων υψηλής
απόδοσης τόσο στις ΗΠΑ
όσο και στην Ευρώπη
είχαν ήδη επιστρέψει σε
επίπεδα χαμηλότερα από
εκείνα που επικρατούσαν
πριν από την κρίση με το
Ιράν.
Η τράπεζα επισημαίνει
ότι οι αποτιμήσεις είχαν
ήδη γίνει απαιτητικές.
Ενδεικτικά, ο δείκτης
CAPE
του S&P
500 βρέθηκε στα
υψηλότερα επίπεδα από το
2000, όταν κορυφωνόταν η
«φούσκα» των
τεχνολογικών μετοχών.
Τα Στενά του Ορμούζ
εξακολουθούν να
αποτελούν κίνδυνο
Παρότι οι τιμές του
πετρελαίου έχουν
υποχωρήσει σημαντικά, η
Deutsche
Bank
τονίζει ότι ο
ενεργειακός κίνδυνος δεν
έχει εξαλειφθεί πλήρως.
Η ναυτιλιακή κίνηση μέσω
των Στενά του Ορμούζ
παραμένει χαμηλότερη σε
σχέση με τα επίπεδα πριν
από τη σύγκρουση, ενώ το
πετρέλαιο
Brent
εξακολουθεί να
διαπραγματεύεται περίπου
30% υψηλότερα από τις
αρχές του έτους.
Δεδομένου ότι πριν από
την κρίση περίπου το ένα
τέταρτο της παγκόσμιας
διακίνησης πετρελαίου
διερχόταν από τα Στενά
του Ορμούζ, η πορεία των
διαπραγματεύσεων θα
συνεχίσει να επηρεάζει
καθοριστικά το
επενδυτικό κλίμα.
Θετική η μακροπρόθεσμη
εικόνα
Παρά τους
βραχυπρόθεσμους
κινδύνους, η
Deutsche
Bank
διατηρεί θετική στάση
για τις προοπτικές των
αγορών.
Όπως επισημαίνει, η
αυστηρότερη πολιτική της
Fed
δεν αποτελεί απαραίτητα
αρνητική εξέλιξη όταν
συνοδεύεται από ισχυρή
οικονομική ανάπτυξη. Η
εμπειρία του 2024 έδειξε
ότι οι αγορές μπορούν να
συνεχίσουν να κινούνται
ανοδικά ακόμη και όταν
μειώνονται οι προσδοκίες
για χαλάρωση της
νομισματικής πολιτικής,
εφόσον η οικονομία
παραμένει ισχυρή.
Η ανθεκτικότητα της
αμερικανικής οικονομίας
επιβεβαιώνεται και από
τα πρόσφατα στοιχεία της
αγοράς εργασίας, τα
οποία ξεπέρασαν τις
εκτιμήσεις για τρίτο
συνεχόμενο μήνα.
Η τράπεζα τονίζει επίσης
ότι το σημερινό
περιβάλλον διαφέρει
σημαντικά από εκείνο του
2022, όταν οι αυξήσεις
επιτοκίων συνδυάζονταν
με συνεχή επιδείνωση των
προοπτικών ανάπτυξης και
οδήγησαν σε έντονη
διόρθωση των αγορών.
Αντίστοιχα, παρότι
εντοπίζονται ορισμένες
ομοιότητες με το 1987,
υπάρχουν και ουσιώδεις
διαφορές. Ο S&P
500 έχει ενισχυθεί
περίπου 10% από τις
αρχές του έτους, έναντι
σχεδόν 39% πριν από το
κραχ του 1987, ενώ
σήμερα λειτουργούν
μηχανισμοί αυτόματης
διακοπής συναλλαγών (circuit
breakers),
οι οποίοι περιορίζουν
τις ακραίες ημερήσιες
διακυμάνσεις.
Συμπέρασμα
Η
Deutsche
Bank
εκτιμά ότι η απουσία
ενός ισχυρού ανοδικού
ράλι μετά τη συμφωνία
ΗΠΑ–Ιράν οφείλεται
κυρίως σε τέσσερις
παράγοντες:
στην αυστηρότερη στάση
της
Fed,
στο γεγονός ότι οι
αγορές είχαν ήδη
προεξοφλήσει την
αποκλιμάκωση,
στις ήδη υψηλές
αποτιμήσεις μετά το
ισχυρό ράλι της άνοιξης,
και στη συνεχιζόμενη
αβεβαιότητα γύρω από τα
Στενά του Ορμούζ και την
παγκόσμια ενεργειακή
προσφορά.
Παρά τα παραπάνω, η
τράπεζα θεωρεί ότι η
παγκόσμια οικονομία
παραμένει ανθεκτική και
ότι δεν υπάρχουν προς το
παρόν ενδείξεις της
ευρύτερης
μακροοικονομικής
επιδείνωσης που ιστορικά
έχει προηγηθεί μεγάλων
χρηματιστηριακών
διορθώσεων.


|