|
Ο
διευθυντής του
Οργανισμού Διαχείρισης
Δημοσίου
Χρέους, Δημήτρης
Τσάκωνας, δήλωσε ότι η
υπηρεσία χαιρετίζει την
απόφαση, καθώς
προσφέρει «σαφήνεια
στους κατόχους και στην
ευρύτερη αγορά»,
τονίζοντας ότι
επιβεβαιώνει τη δέσμευση
της χώρας να ενεργεί «με
καλή πίστη και σύμφωνα
με το συμβατικό
πλαίσιο». Σύμφωνα με
τον ΟΔΔΗΧ, το δικαστήριο
απέρριψε τους
ισχυρισμούς ότι η
τιμολόγηση θα έπρεπε να
βασιστεί σε άλλες πηγές
αγοράς και επιβεβαίωσε
ότι η Ελλάδα εφάρμοσε
σωστά τη σύμβαση.
Ορισμένοι επενδυτές
είχαν αμφισβητήσει τόσο
τη νομιμότητα της
επαναγοράς όσο και τη
μεθοδολογία υπολογισμού
της τιμής, όμως το
δικαστήριο τάχθηκε υπέρ
της ελληνικής πλευράς,
όπως μεταδίδουν
οι Financial Times.
Τα
GDP warrants, τα οποία
συνδέουν τις πληρωμές με
την οικονομική ανάπτυξη,
εμφανίστηκαν από τα τέλη
της δεκαετίας του 1990
ως εργαλείο διευκόλυνσης
αναδιαρθρώσεων και
επιμερισμού κινδύνου
μεταξύ κρατών και
πιστωτών. Ωστόσο, έχουν
επικριθεί για το γεγονός
ότι προκαλούν νομικές
διαμάχες, στατιστική
σύγχυση και θεωρούνται
συχνά πολύπλοκα και
άνισα δομημένα, ενώ
παραμένουν συνήθως
περιορισμένα σε
διαπραγμάτευση στις
αγορές.
Παρόμοια εργαλεία έχουν
προκαλέσει διεθνείς
εντάσεις. Η Ουκρανία
αναδιάρθρωσε πέρυσι
warrants ύψους 2,6
δισ. δολαρίων, καθώς
ανησυχούσε ότι το όριο
ενεργοποίησης ανάπτυξης
άνω του 3% θα μπορούσε
να οδηγήσει σε τεράστιες
πληρωμές κατά τη
μεταπολεμική ανάκαμψη. Η
Αργεντινή αντιμετωπίζει
επίσης αξιώσεις
περίπου 1,6 δισ.
δολαρίων από κατόχους
αντίστοιχων τίτλων του
2010, με την κατηγορία
ότι υποεκτίμησε βασικά
στοιχεία ανάπτυξης.
Σε
ευρύτερο επίπεδο,
επενδυτές και
κυβερνήσεις σε πρόσφατες
αναδιαρθρώσεις, όπως σε
Σρι Λάνκα, Ζάμπια και
Ουκρανία, έχουν
επιχειρήσει να
επανασχεδιάσουν το
μοντέλο των GDP warrants
μέσω πιο διαφανών
«μακρο-συνδεδεμένων» ή
εξαρτώμενων από την
κατάσταση της οικονομίας
ομολόγων, τα οποία
στοχεύουν να καθορίζουν
με μεγαλύτερη σαφήνεια
τις συνθήκες που
ενεργοποιούν πρόσθετες
πληρωμές.
|