|
Υπάρχουν περιπτώσεις
όπου οι αποδόσεις των
ομολόγων μειώνονται ενώ
η Fed
αυξάνει τα επιτόκια,
αλλά πρόκειται για
εξαιρέσεις και
συνδέονται με ειδικές
συνθήκες, όπως αλλαγές
στις προσδοκίες για την
ανάπτυξη ή τον
πληθωρισμό.
Το βασικό μήνυμα είναι
ότι η αγορά ομολόγων δεν
λειτουργεί με έναν απλό
μηχανισμό όπου η
Fed
αυξάνει
τα επιτόκια και οι
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
αποκλιμακώνονται.
Στην πραγματικότητα, η
αγορά εξετάζει κυρίως:
τις μελλοντικές
πληθωριστικές πιέσεις,
την ανάπτυξη,
τη δημοσιονομική
κατάσταση,
την προσφορά κρατικών
ομολόγων,
και την αξιοπιστία της
νομισματικής πολιτικής.
Η «αξιοπιστία» της
Fed
και το λάθος της αύξησης
επιτοκίων
Ένα δεύτερο επιχείρημα
που κυκλοφορεί στις
αγορές είναι ότι η
Fed
πρέπει να αυξήσει τα
επιτόκια για να
αποκαταστήσει την
αξιοπιστία της ως
θεματοφύλακας της
σταθερότητας των τιμών.
Ωστόσο, αυτή η
προσέγγιση αγνοεί δύο
σημαντικά στοιχεία.
Πρώτον, η Fed
δεν είχε πραγματική
εμπειρία αντιμετώπισης
υψηλού πληθωρισμού για
περίπου 35 χρόνια. Η
περίοδος από τις αρχές
της δεκαετίας του 1980
μέχρι πρόσφατα
χαρακτηρίστηκε από
σχετικά σταθερές τιμές,
γεγονός που περιόρισε
την ανάγκη να αποδείξει
την αποτελεσματικότητά
της.
Δεύτερον, η αντιμετώπιση
του πληθωριστικού
κύματος μετά την
πανδημία δημιούργησε
σημαντικές αμφιβολίες
για την ταχύτητα
αντίδρασής της.
Η κριτική που ασκείται
είναι ότι η Fed
καθυστέρησε να
αναγνωρίσει την ένταση
των πληθωριστικών
πιέσεων και στη συνέχεια
χρειάστηκε μια επιθετική
σύσφιξη για να
περιορίσει ένα πρόβλημα
που είχε ήδη παγιωθεί.
Η νομισματική πολιτική
δεν είναι μόνο τα
επιτόκια
Η βασική θέση ορισμένων
αναλυτών είναι ότι η
Fed
δεν χρειάζεται
απαραίτητα να αυξήσει τα
επιτόκια για να
περιορίσει τον
πληθωρισμό.
Αντίθετα, θα μπορούσε να
επικεντρωθεί στη μείωση
του ισολογισμού της και
στον περιορισμό της
αύξησης της προσφοράς
χρήματος.
Ο πρόεδρος της
Fed,
Kevin
Warsh,
έχει δώσει έμφαση στη
σημασία της συρρίκνωσης
του ισολογισμού και της
επιβράδυνσης της
νομισματικής επέκτασης.
Η λογική είναι ότι η
υπερβάλλουσα ρευστότητα
αποτελεί σημαντικό
παράγοντα πίσω από τις
πληθωριστικές πιέσεις
και ότι η αντιμετώπισή
της μπορεί να γίνει μέσω
ποσοτικής σύσφιξης (QT),
χωρίς απαραίτητα νέα
αύξηση των βασικών
επιτοκίων.
Οι αυξήσεις στις τιμές
ενέργειας δεν αποτελούν
αυτόματα λόγο για
σύσφιξη
Ένα ακόμη σημείο
συζήτησης αφορά την
άνοδο των τιμών
πετρελαίου και βενζίνης.
Η άνοδος της ενέργειας
αυξάνει τον γενικό
δείκτη πληθωρισμού, όμως
η Fed
παραδοσιακά δίνει
μεγαλύτερη βαρύτητα στον
δομικό πληθωρισμό.
Επιπλέον, οι υψηλότερες
τιμές ενέργειας
λειτουργούν συχνά ως
επιβάρυνση για την
οικονομία, μειώνοντας
την αγοραστική δύναμη
των καταναλωτών και
αυξάνοντας το κόστος για
τις επιχειρήσεις.
Ιστορικά, η Fed
έχει αρκετές φορές
αντιμετωπίσει το δίλημμα
εάν πρέπει να αυξήσει τα
επιτόκια απέναντι σε ένα
ενεργειακό σοκ ή να
στηρίξει την ανάπτυξη.
Το μεγάλο ερώτημα: Γιατί
η οικονομία δεν
επιβραδύνεται;
Το πιο ενδιαφέρον
στοιχείο της τρέχουσας
συγκυρίας είναι ότι η
αμερικανική οικονομία
δείχνει εξαιρετικά
ανθεκτική παρά τις
αυστηρότερες
χρηματοοικονομικές
συνθήκες.
Η απόδοση του 30ετούς
ομολόγου βρίσκεται πάνω
από 5%, το κόστος
δανεισμού έχει αυξηθεί
σημαντικά και οι τιμές
ενέργειας έχουν
ενισχυθεί.
Ωστόσο:
η κατανάλωση παραμένει
ισχυρή,
η αγορά εργασίας
διατηρεί δυναμική,
οι χρηματιστηριακές
αγορές δεν έχουν υποστεί
σημαντική διόρθωση.
Αυτό δημιουργεί ένα
ερώτημα: μήπως υπάρχει
ακόμη υπερβολική
ρευστότητα στο σύστημα;
Η προσφορά χρήματος
παραμένει αυξημένη
Ένας παράγοντας που
προβληματίζει ορισμένους
αναλυτές είναι η πορεία
του M2.
Η προσφορά χρήματος
αυξάνεται περίπου 5,5%
σε ετήσια βάση, ενώ το
τελευταίο εξάμηνο ο
ετησιοποιημένος ρυθμός
αύξησης φτάνει το 7,2%.
Παράλληλα, ο ισολογισμός
της Fed
δεν έχει μειωθεί με τον
ρυθμό που θα περίμεναν
αρκετοί επενδυτές.
Η εκτίμηση είναι ότι η
οικονομία μπορεί να
υποστηρίζεται όχι μόνο
από την παραδοσιακή
ρευστότητα, αλλά και από
νέες μορφές
χρηματοοικονομικής
δημιουργίας, όπως η
ανάπτυξη των
stablecoins.
Η λύση δεν είναι
απαραίτητα υψηλότερα
επιτόκια
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η Fed
ίσως δεν χρειάζεται να
αυξήσει εκ νέου τα
επιτόκια.
Μια νέα αύξηση θα
μπορούσε να επιβαρύνει
την ανάπτυξη χωρίς να
αντιμετωπίσει
αποτελεσματικά έναν
πληθωρισμό που
προέρχεται περισσότερο
από την προσφορά
χρήματος και τη
ρευστότητα.
Αντίθετα, η μεγαλύτερη
πρόκληση είναι η
διαχείριση του
ισολογισμού της
κεντρικής τράπεζας.
Η Fed
καλείται να περιορίσει
την υπερβάλλουσα
ρευστότητα πριν αυτή
μετατραπεί σε νέα
πληθωριστική πίεση.
Το μήνυμα προς τις
αγορές είναι ότι η μάχη
κατά του πληθωρισμού δεν
κρίνεται μόνο από το
ύψος των επιτοκίων, αλλά
και από το πόσο χρήμα
παραμένει διαθέσιμο στο
οικονομικό σύστημα.
|