|
Άλμα 20,9% στις αφίξεις
στο πρώτο πεντάμηνο
Τα διαθέσιμα στοιχεία
δείχνουν ότι η τάση έχει
ήδη αρχίσει να
αποτυπώνεται στις
αφίξεις στην Ελλάδα.
Κατά το πρώτο πεντάμηνο
του 2026, δηλαδή πριν
από την έναρξη της
παραδοσιακής περιόδου
αιχμής, οι τουριστικές
αφίξεις ήταν
20,9% υψηλότερες
σε σχέση με το
αντίστοιχο διάστημα του
2025. Μόνο τον Μάιο
καταγράφηκε ετήσια
αύξηση 12,2%,
ένδειξη ότι σημαντικό
μέρος της ζήτησης
μετακινείται προς
νωρίτερα μέσα στο έτος.
Η Fitch
Solutions
επισημαίνει ότι η αύξηση
δεν αποτελεί απλώς
συνέχεια της ισχυρής
τουριστικής επίδοσης του
2025. Ο ρυθμός ενίσχυσης
των αφίξεων στους μήνες
εκτός αιχμής είναι
υψηλότερος από εκείνον
που είχε καταγραφεί την
προηγούμενη χρονιά,
γεγονός που υποδηλώνει
μια πιο ουσιαστική
αλλαγή στις ταξιδιωτικές
συνήθειες.
Μικρότερο βάρος Ιουλίου
και Αυγούστου
Η μεταβολή της
εποχικότητας
αποτυπώνεται καθαρά και
στην κατανομή των
αφίξεων μέσα στο έτος.
Το μερίδιο του
Απριλίου στις
συνολικές ετήσιες
αφίξεις αυξήθηκε από
5,1% την περίοδο
2012-2015 και 5,7% την
περίοδο 2016-2019 σε
περίπου 6%
κατά μέσο όρο την
περίοδο 2024-2025.
Αντίστοιχα, το μερίδιο
του Ιουνίου
ενισχύθηκε από
13,8%-13,9% στις
προηγούμενες περιόδους
σε 14,4%,
ενώ ακόμη μεγαλύτερη
είναι η μεταβολή τον
Οκτώβριο, του οποίου το
μερίδιο αυξήθηκε από
6,4% σε 7,5%.
Στον αντίποδα, η
συμμετοχή των δύο
κατεξοχήν μηνών αιχμής
μειώθηκε. Το μερίδιο του
Ιουλίου
υποχώρησε από 17,9% σε
16,9%,
ενώ του
Αυγούστου από
20,2% σε 18,9%.
Η εικόνα αυτή δείχνει
ότι ένα μέρος της
τουριστικής κίνησης
μετακινείται από την
καρδιά του καλοκαιριού
προς τους λεγόμενους
«shoulder
months»,
δηλαδή τους μήνες που
βρίσκονται μεταξύ της
υψηλής και της χαμηλής
περιόδου.
Το
κόστος και ο συνωστισμός
αλλάζουν τις προτιμήσεις
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται
σε σημαντικό βαθμό με τα
προβλήματα που
αντιμετωπίζουν οι
δημοφιλείς ευρωπαϊκοί
προορισμοί κατά την
περίοδο
Ιουλίου-Αυγούστου.
Η κορύφωση της ζήτησης
οδηγεί σε
υπερβολικό συνωστισμό,
περιορισμένη
διαθεσιμότητα
καταλυμάτων, υψηλές
τιμές και αυξημένες
ανάγκες προγραμματισμού
για δραστηριότητες και
εστίαση.
Σε δημοφιλείς
προορισμούς, μάλιστα, η
πίεση είναι ακόμη
εντονότερη. Σε περιοχές
όπως η Μύκονος, η Ίμπιζα
και η Μαγιόρκα, οι
επισκέπτες έρχονται
αντιμέτωποι ακόμη και με
συστήματα κρατήσεων για
ξαπλώστρες ή απαιτήσεις
ελάχιστης κατανάλωσης.
Έτσι, οι μήνες
Μάιος, Σεπτέμβριος και
Οκτώβριος
αποκτούν μεγαλύτερη
ελκυστικότητα. Οι
τουρίστες μπορούν να
απολαύσουν παρόμοιες
καιρικές συνθήκες, με
λιγότερο συνωστισμό και,
σε αρκετές περιπτώσεις,
σημαντικά χαμηλότερο
κόστος.
Η κλιματική αλλαγή
ενισχύει τη μετατόπιση
Παράλληλα, ρόλο
διαδραματίζει και η
μεταβολή των κλιματικών
συνθηκών. Οι υψηλότερες
θερμοκρασίες διευρύνουν
την περίοδο κατά την
οποία οι παραθαλάσσιοι
προορισμοί μπορούν να
προσφέρουν ελκυστικές
συνθήκες διακοπών.
Για ταξιδιώτες από τις
βορειότερες και
ψυχρότερες χώρες της
Ευρώπης, οι μήνες
Απρίλιος, Μάιος,
Ιούνιος, Σεπτέμβριος και
Οκτώβριος μπορούν να
προσφέρουν πλέον
ιδιαίτερα ευνοϊκές
συνθήκες για διακοπές.
Την ίδια στιγμή, η
αποφυγή των πιο θερμών
μηνών αποκτά μεγαλύτερη
σημασία λόγω των
αυξημένων κινδύνων από
ακραίες
θερμοκρασίες και
πυρκαγιές,
ιδιαίτερα στην κορύφωση
του καλοκαιριού.
Ελλάδα, Ισπανία και
Πορτογαλία επενδύουν
στον τουρισμό 12 μηνών
Η αλλαγή στις
ταξιδιωτικές συνήθειες
συμπληρώνεται και από
τις προσπάθειες των
ίδιων των τουριστικών
προορισμών.
Η Ελλάδα, η Ισπανία και
η Πορτογαλία έχουν
ενισχύσει τα τελευταία
χρόνια τις στρατηγικές
τους για την προώθηση
του τουρισμού
όλο τον χρόνο,
επιδιώκοντας διπλό
όφελος: αφενός να
διατηρήσουν τη συμβολή
του τουρισμού στην
οικονομική ανάπτυξη για
περισσότερους μήνες και
αφετέρου να περιορίσουν
τις πιέσεις στις
υποδομές κατά την
περίοδο αιχμής.
Για την Ελλάδα, η
εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία. Η σταδιακή
μετατόπιση της ζήτησης
προς την άνοιξη και το
φθινόπωρο σημαίνει ότι η
τουριστική δραστηριότητα
μπορεί να κατανέμεται
πιο ομοιόμορφα μέσα στο
έτος, περιορίζοντας την
υπερβολική εξάρτηση από
τον Ιούλιο και τον
Αύγουστο.
Το ζητούμενο πλέον δεν
είναι μόνο να αυξάνονται
οι τουριστικές αφίξεις,
αλλά να αυξάνονται σε
περισσότερους μήνες του
χρόνου. Και τα στοιχεία
δείχνουν ότι η Ελλάδα
βρίσκεται ήδη σε αυτή τη
μετάβαση.


|