|
Η
Γερμανία και η Ισπανία,
με ελλείμματα κοντά στο
3% του ΑΕΠ, διατηρούν
επίσης περιθώρια αύξησης
δαπανών χωρίς σοβαρή
επιδείνωση της δυναμικής
του χρέους. Η Ισπανία
έχει ήδη κινηθεί προς
αυτή την κατεύθυνση,
ανακοινώνοντας μέτρα
στήριξης ύψους περίπου
0,3% του ΑΕΠ.
Στη
Γερμανία, οι αυξημένες
δαπάνες για άμυνα και
επενδύσεις αναμένεται να
συνεχιστούν, ενώ τυχόν
πρόσθετα μέτρα λόγω
ενεργειακής κρίσης θα
μπορούσαν να
αντισταθμιστούν από
περικοπές σε άλλους
τομείς, εντός των
δημοσιονομικών κανόνων
της ΕΕ και του εθνικού
«φρένου χρέους». Ωστόσο,
η βασική πρόκληση για τη
γερμανική οικονομία
εντοπίζεται περισσότερο
στην ανάπτυξη και στις
επιπτώσεις του
ενεργειακού κόστους.
Η
Ιταλία, αν και έχει
μειώσει το έλλειμμά της
κοντά στο 3% του ΑΕΠ,
αντιμετωπίζει
περιορισμούς λόγω του
υψηλού δημόσιου χρέους
και του κόστους
δανεισμού. Η
δημοσιονομική πειθαρχία
της κυβέρνησης της
Giorgia Meloni ενισχύει
την πιθανότητα
περιορισμένων και
στοχευμένων παρεμβάσεων
αντί ευρείας κλίμακας
μέτρων στήριξης.
Στον αντίποδα, χώρες
όπως το Βέλγιο, η Γαλλία
και το Ηνωμένο Βασίλειο
διαθέτουν το μικρότερο
δημοσιονομικό περιθώριο,
καθώς συνδυάζουν υψηλά
ελλείμματα με χρέος άνω
του 100% του ΑΕΠ. Οι
αυξανόμενες πιέσεις στις
αγορές χρηματοδότησης
περιορίζουν περαιτέρω τη
δυνατότητα λήψης μέτρων,
ιδιαίτερα στο Ηνωμένο
Βασίλειο.
Η
Fitch εκτιμά ότι σε
αυτές τις περιπτώσεις τα
προγράμματα στήριξης θα
είναι περιορισμένα και
πιθανότατα θα
συνοδεύονται από
αντισταθμιστικά μέτρα
για τη συγκράτηση των
δημοσιονομικών
επιπτώσεων.
Συνολικά, η νέα
ενεργειακή κρίση
αναδεικνύει τις ήδη
αυξανόμενες πιέσεις στις
δημόσιες δαπάνες στην
Ευρώπη – από την άμυνα
και τη γήρανση του
πληθυσμού έως την
πράσινη μετάβαση και το
αυξημένο κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους
– φέρνοντας στο
προσκήνιο και τους
περιορισμούς των
αναθεωρημένων
δημοσιονομικών κανόνων
της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
|