|
Oι
δραστηριότητες της
γερμανικής εταιρείας στο
εξωτερικό συνεισφέρουν
περίπου το 40% του
τζίρου και των κερδών
για το 2025. Συνολικά, ο
όμιλος πραγματοποίησε
κέρδη προ φόρων, τόκων
και αποσβέσεων (EBITDA)
ύψους 1,44
δισεκατομμυρίων ευρώ
(αύξηση 10% σε σχέση με
το 2024). Το ρεπορτάζ
της ARD
κάνει λόγο για μία
«επιτυχημένη χρονιά».
Ωστόσο, η οικονομική
επιθεώρηση
Handelsblatt
σημειώνει ότι οι υψηλές
αποσβέσεις πιέζουν τα
οικονομικά αποτελέσματα,
ενώ τα χρέη του ομίλου
φτάνουν τα οκτώ
δισεκατομμύρια ευρώ,
λόγω των σημαντικών
επενδύσεων που έγιναν
στο πρόσφατο παρελθόν.
Μακρινή ανάμνηση η
πανδημία;
Η αυξημένη τουριστική
κίνηση στα αεροδρόμια
του εξωτερικού συμβάλλει
και σε μία ακόμα θετική
εξέλιξη: Το 2025 στα
αεροδρόμια του ομίλου
διακινήθηκαν 184
εκατομμύρια επιβάτες,
δηλαδή, για πρώτη φορά
περισσότεροι από τα προ
πανδημίας επίπεδα.
Σύμφωνα με το
Reuters,
για πρώτη φορά μετά την
πανδημία ο όμιλος
Fraport
θα καταβάλει μέρισμα
στους μετόχους για το
2025 (ένα ευρώ ανά
μετοχή).
Όσον αφορά το Διεθνές
Αεροδρόμιο της
Φρανκφούρτης, το επέλεξε
ο ένας στους τρεις
επιβάτες που διακινείται
μέσω Fraport.
Αυτή η εξέλιξη θεωρείται
ικανοποιητική, αλλά
απέχει από τον
αριθμό-ρεκόρ των 70,6
εκατομμυρίων επιβατών
πριν από την πανδημία.
Εκτιμάται ότι η
Fraport
θα επανέλθει σε αυτά τα
επίπεδα το 2028. Σε αυτό
θα συμβάλει και η
ολοκλήρωση των έργων για
το νέο, γιγαντιαίο
Τέρμιναλ 3, που
εγκαινιάζεται σύντομα
και θα μπορεί να
εξυπηρετεί έως 25
εκατομμύρια επιβάτες
ετησίως.
Λόγω του πολέμου στο
Ιράν πραγματοποιείται
μόλις μία στις τρεις
προγραμματισμένες
πτήσεις από το Διεθνές
Αεροδρόμιο της
Φρανκφούρτης προς τη
Μέση Ανατολή. Ως τώρα
τουλάχιστον 86.000
επιβάτες έχουν
αναγκαστεί να ακυρώσουν
την πτήση τους. Θα
επηρεάσουν οι
γεωπολιτικές εξελίξεις
τα οικονομικά
αποτελέσματα της
Fraport
για το 2026;
«Μέχρι στιγμής δεν
βλέπουμε σημαντικές
επιπτώσεις, αλλά αυτό
μπορεί να αλλάξει»
αναφέρει ο επικεφαλής
του ομίλου, Στέφαν
Σούλτε. Όπως
υπογραμμίζει, όλα θα
κριθούν από το πώς θα
εξελιχθούν οι τιμές της
ενέργειας και των
εισιτηρίων, ο
πληθωρισμός και η
καταναλωτική
συμπεριφορά.
Πηγή:
Deutsche Welle
|