|
Σε όρους ευρώ, ο στόχος
αντιστοιχεί σε δυνητική
άνοδο περίπου 8%.
Εάν προστεθεί εκτιμώμενη
μερισματική απόδοση
περίπου 4%,
η συνολική απόδοση για
έναν επενδυτή σε ευρώ
διαμορφώνεται υψηλότερα.
Για επενδυτή με βάση το
δολάριο, η
Goldman
Sachs
συνυπολογίζει περίπου
3% αρνητική
επίδραση από τις
συναλλαγματικές
ισοτιμίες,
καταλήγοντας σε δυνητική
συνολική απόδοση περίπου
9% σε δολάρια
σε ορίζοντα 12 μηνών.
Η εκτίμηση αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
έρχεται μετά την ήδη
ισχυρή άνοδο της
ελληνικής αγοράς και
επομένως δεν στηρίζεται
αποκλειστικά σε ένα
σενάριο επανατιμολόγησης
από χαμηλές αποτιμήσεις.
Η
Ελλάδα μαζί με Ταϊβάν,
Κορέα και Βραζιλία
Η Αθήνα παραμένει στις
αγορές στις οποίες η
Goldman
Sachs
διατηρεί
αυξημένη στάθμιση,
μαζί με την
Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα,
τη Βραζιλία, τη Νότια
Αφρική και την Ουγγαρία.
Ωστόσο, η Ελλάδα έχει
ένα διαφορετικό
χαρακτηριστικό σε σχέση
με αρκετές από τις
μεγαλύτερες αναδυόμενες
αγορές.
Ενώ σε αγορές όπως η
Ταϊβάν και η Νότια Κορέα
το επενδυτικό αφήγημα
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από την τεχνολογία
και τον κύκλο των
ημιαγωγών, η
Goldman
Sachs
θεωρεί ότι η Ελλάδα
διαθέτει
ισχυρούς εγχώριους
καταλύτες.
Ανάλογη είναι η
προσέγγιση και για την
Ουγγαρία, γεγονός που
εξηγεί γιατί οι δύο
αγορές αντιμετωπίζονται
ως ιδιαίτερες
περιπτώσεις μέσα στο
ευρύτερο σύμπαν των
αναδυόμενων αγορών.
Διψήφια αύξηση κερδών το
2026
Ένας από τους βασικούς
λόγους για τη θετική
στάση του αμερικανικού
οίκου είναι η πορεία των
εταιρικών κερδών.
Η Goldman
Sachs
προβλέπει ότι τα
κέρδη ανά μετοχή του
ελληνικού δείκτη θα
αυξηθούν περίπου 13% το
2026, ενώ για
το 2027 αναμένει νέα
αύξηση περίπου
9%.
Αυτό σημαίνει ότι η
επενδυτική υπόθεση για
την Ελλάδα δεν
στηρίζεται μόνο στην
αύξηση των
πολλαπλασιαστών
αποτίμησης. Η
Goldman
Sachs
βλέπει και
ουσιαστική αύξηση της
εταιρικής κερδοφορίας,
η οποία μπορεί να
λειτουργήσει ως στήριξη
των αποτιμήσεων.
Η διαφορά είναι κρίσιμη:
όσο η άνοδος της αγοράς
συνοδεύεται από
αυξανόμενα κέρδη,
περιορίζεται η ανάγκη να
στηριχθεί η πορεία των
τιμών αποκλειστικά σε
υψηλότερα P/E.
Η Ελλάδα παραμένει μικρή
αγορά – αλλά με
μεγαλύτερη επιρροή
Η ελληνική αγορά
εξακολουθεί να έχει
σχετικά περιορισμένο
βάρος στον ευρύτερο
δείκτη αναδυόμενων
αγορών της MSCI,
περίπου 0,6%.
Το μικρό μέγεθος, όμως,
δεν σημαίνει απαραίτητα
μικρό επενδυτικό
ενδιαφέρον.
Αντίθετα, η περιορισμένη
στάθμιση σημαίνει ότι
ακόμη και σχετικά μικρές
μεταβολές στις ενεργές
τοποθετήσεις των διεθνών
διαχειριστών μπορούν να
έχουν αισθητή επίδραση
στην ελληνική αγορά.
Τα στοιχεία για τα
χαρτοφυλάκια των
funds
αναδυόμενων αγορών
δείχνουν άλλωστε ότι η
Ελλάδα βρίσκεται ήδη
μεταξύ των αγορών στις
οποίες οι διαχειριστές
εμφανίζουν έκθεση
υψηλότερη από τη
στάθμιση του δείκτη,
μαζί με τη
Βραζιλία, το Μεξικό και
την Ουγγαρία.
Αντίθετα, μεγαλύτερες
μειωμένες θέσεις
εντοπίζονται σε αγορές
όπως η Ταϊβάν, η
Νότια Κορέα και η Ινδία.
Ελλάδα και Ουγγαρία
απέναντι στην Τσεχία
Στην Κεντρική και
Ανατολική Ευρώπη η θέση
της Goldman
Sachs
είναι ακόμη πιο
συγκεκριμένη.
Ο οίκος προτείνει
αγορά σε ίση
στάθμιση Ελλάδας και
Ουγγαρίας,
έναντι θέσης πώλησης
στην Τσεχία.
Η συγκεκριμένη
στρατηγική αποτυπώνει
την εκτίμηση ότι οι
προοπτικές των τριών
αγορών δεν κινούνται
πλέον με τον ίδιο τρόπο
και ότι οι εγχώριοι
παράγοντες μπορούν να
δημιουργήσουν σημαντικές
αποκλίσεις στις
αποδόσεις.
Για την Ελλάδα, ο
συνδυασμός ανάπτυξης
κερδών, τραπεζικής
κερδοφορίας και
αυξημένων επενδυτικών
ροών αποτελεί τον βασικό
πυρήνα του σεναρίου.
Οι ελληνικές τράπεζες
ξεχωρίζουν έναντι της
Πολωνίας
Ιδιαίτερη θέση στην
ανάλυση καταλαμβάνει ο
τραπεζικός κλάδος.
Η Goldman
Sachs
συγκρίνει τις
χρηματοοικονομικές
μετοχές της Ελλάδας, της
Ουγγαρίας και της
Πολωνίας και καταγράφει
σαφή υπεραπόδοση
των ελληνικών τραπεζών
έναντι των πολωνικών από
την αρχή του 2026.
Με βάση την αρχή του
έτους στις 100 μονάδες,
ο σχετικός δείκτης των
ελληνικών
χρηματοοικονομικών
μετοχών κινείται περίπου
στην περιοχή των
135–140 μονάδων,
έναντι περίπου
125–130 μονάδων
για τις πολωνικές
τράπεζες.
Η σύγκριση είναι
σημαντική, καθώς οι
ελληνικές και οι
ουγγρικές τράπεζες
αποτελούν τις βασικές
επιλογές της
Goldman
Sachs
στην περιοχή έναντι της
Πολωνίας.
Η εξέλιξη αυτή
εντάσσεται σε μια
ευρύτερη αλλαγή της
εικόνας των ελληνικών
τραπεζών: από την
περίοδο της εξυγίανσης
των ισολογισμών έχουν
περάσει σε φάση ισχυρής
κερδοφορίας, πιστωτικής
επέκτασης και υψηλών
αποδόσεων προς τους
μετόχους.
Το διεθνές περιβάλλον
παραμένει ο βασικός
κίνδυνος
Η θετική στάση της
Goldman
Sachs
για την Ελλάδα δεν
σημαίνει ότι απουσιάζουν
οι κίνδυνοι.
Οι αναδυόμενες αγορές
έχουν δείξει
ανθεκτικότητα απέναντι
στην άνοδο των
αμερικανικών αποδόσεων
και στις υψηλότερες
τιμές ενέργειας, όμως το
διεθνές περιβάλλον
παραμένει ευαίσθητο στις
μεταβολές των επιτοκίων
και στις γεωπολιτικές
εξελίξεις.
Η Goldman
Sachs
εξακολουθεί να βλέπει
περιθώρια περαιτέρω
ανόδου για τον δείκτη
MSCI
Emerging
Markets,
στηριζόμενη στην
ανθεκτικότητα της
παγκόσμιας ανάπτυξης και
στη διατήρηση ισχυρής
εταιρικής κερδοφορίας.
Για την Αθήνα, επομένως,
το επενδυτικό αφήγημα
έχει πλέον δύο επίπεδα.
Το πρώτο είναι η
εγχώρια δυναμική,
με τις τράπεζες, την
πιστωτική επέκταση, τις
επενδύσεις και την
αύξηση των εταιρικών
κερδών να λειτουργούν ως
βασικοί καταλύτες.
Το δεύτερο είναι η
διεθνής κατανομή
κεφαλαίων,
καθώς η Ελλάδα παραμένει
μικρή σε μέγεθος αλλά με
αυξημένη παρουσία στα
χαρτοφυλάκια των ενεργών
επενδυτών.
Με τον ASE
στις 2.688
μονάδες στο
σημείο αναφοράς και
στόχο τις 2.900
μονάδες, η
Goldman
Sachs
εξακολουθεί να βλέπει
περιθώριο ανόδου. Το
ζητούμενο για την αγορά
είναι πλέον κατά πόσο η
αύξηση των κερδών θα
συνεχίσει να
επιβεβαιώνει τις
υψηλότερες αποτιμήσεις
και εάν οι εγχώριοι
καταλύτες μπορούν να
διατηρήσουν την Αθήνα
στο επίκεντρο των
διεθνών επενδυτών.
|