|
Παράλληλα, το
δημοσιονομικό κόστος της
στρατιωτικής εμπλοκής
αυξάνεται συνεχώς.
Σύμφωνα με στοιχεία που
παρουσιάστηκαν στο
Κογκρέσο, οι
στρατιωτικές
επιχειρήσεις είχαν ήδη
κοστίσει περίπου 25 δισ.
δολάρια έως τα τέλη
Απριλίου, με το
μεγαλύτερο μέρος των
δαπανών να αφορά
εξοπλισμούς και
πυρομαχικά.
Αρχικά, το οικονομικό
βάρος για τα νοικοκυριά
είχε αντισταθμιστεί από
τις αυξημένες
φορολογικές επιστροφές
που προβλέπονται στο
πλαίσιο του νέου
φορολογικού πακέτου.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει
ο Zandi, από τα μέσα
Μαΐου και μετά οι
επιπλέον φορολογικές
ελαφρύνσεις δεν επαρκούν
πλέον για να καλύψουν το
αυξημένο κόστος
βενζίνης, πετρελαίου
κίνησης και αεροπορικών
καυσίμων.
Στο
ίδιο συμπέρασμα
καταλήγουν και οι
αναλύσεις των Goldman
Sachs και Morgan
Stanley. Η Goldman Sachs
εκτιμά ότι οι υψηλότερες
τιμές καυσίμων
αντιστοιχούν σε ετήσια
απώλεια αγοραστικής
δύναμης ύψους περίπου
140 δισ. δολαρίων για τα
αμερικανικά νοικοκυριά.
Από την πλευρά της, η
Morgan Stanley
υπολογίζει ότι μια
μόνιμη αύξηση της
βενζίνης κατά 15% αρκεί
για να εξουδετερώσει
πλήρως το μέσο όφελος
από τις φορολογικές
επιστροφές, τη στιγμή
που οι τιμές των
καυσίμων έχουν ήδη
ενισχυθεί κατά περίπου
40%.
Οι
εξελίξεις αυτές πλήττουν
κυρίως τα μεσαία και
χαμηλότερα εισοδηματικά
στρώματα, τα οποία
διαθέτουν περιορισμένα
περιθώρια αποταμίευσης
και είναι περισσότερο
εκτεθειμένα στις
μεταβολές των τιμών
ενέργειας.
Όπως προειδοποιεί ο
Zandi, εάν οι
γεωπολιτικές εντάσεις
παραταθούν και οι τιμές
της ενέργειας
παραμείνουν σε υψηλά
επίπεδα, οι καταναλωτές
θα αναγκαστούν να
περιορίσουν τις δαπάνες
τους, επιβαρύνοντας
περαιτέρω μια οικονομία
που ήδη εμφανίζει
σημάδια επιβράδυνσης.
Αβεβαιότητα και αλλαγή
καταναλωτικής
συμπεριφοράς
Παρότι οι
χρηματοπιστωτικές αγορές
εξακολουθούν να εκτιμούν
ότι τελικά θα υπάρξει
κάποια μορφή
διπλωματικής διευθέτησης
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι
καταναλωτές εμφανίζονται
πολύ πιο επιφυλακτικοί
στις αγοραστικές τους
αποφάσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατη
έρευνα της Bank of
America, οι μεγαλύτερες
διαφοροποιήσεις στη
συμπεριφορά των
καταναλωτών
καταγράφονται στις
μεγάλες δαπάνες, όπως τα
ταξίδια και οι διακοπές.
Τα νοικοκυριά
χαμηλότερου εισοδήματος
εμφανίζονται ολοένα πιο
διστακτικά να
προγραμματίσουν ταξίδια
ή άλλες σημαντικές
αγορές, λόγω της
αβεβαιότητας για το
εισόδημά τους και των
αυξημένων δαπανών
μετακίνησης.
Η
ίδια έρευνα δείχνει
επίσης ότι η θετική
επίδραση των φορολογικών
επιστροφών είχε ήδη
αρχίσει να εξασθενεί από
τον Απρίλιο, ιδιαίτερα
για τα χαμηλότερα
εισοδηματικά στρώματα.
Τα στοιχεία
καταδεικνύουν ότι οι
συγκεκριμένοι
καταναλωτές περιόρισαν
σημαντικά τις
προαιρετικές δαπάνες
τους, σε μεγαλύτερο
βαθμό από τα υψηλότερα
εισοδηματικά νοικοκυριά.
Οι
αναλυτές εκτιμούν ότι
εφόσον οι τιμές
ενέργειας διατηρηθούν σε
υψηλά επίπεδα και η
γεωπολιτική αβεβαιότητα
συνεχιστεί, η
καταναλωτική
δραστηριότητα θα δεχθεί
πρόσθετες πιέσεις τους
επόμενους μήνες,
περιορίζοντας περαιτέρω
την αναπτυξιακή δυναμική
της αμερικανικής
οικονομίας.
|