|
Ο δείκτης forward
P/E
του S&P
500 έχει μειωθεί από
περίπου 22 φορές
στην αρχή του 2026 σε
περίπου 19 φορές σήμερα,
ενώ ο δείκτης βρίσκεται
μόλις περίπου 2% κάτω
από τα ιστορικά υψηλά
του.
Αυτό σημαίνει ότι η
άνοδος της αγοράς δεν
στηρίζεται αποκλειστικά
στην επέκταση των
πολλαπλασιαστών
αποτίμησης. Η αύξηση των
κερδών έχει αναλάβει
μεγαλύτερο μέρος της
στήριξης.
Και αυτή ακριβώς είναι η
βασική άμυνα της
Wall
Street
απέναντι στη Fed:
εάν τα κέρδη
συνεχίσουν να
αυξάνονται, οι μετοχές
μπορούν να αντέξουν
υψηλότερο κόστος
χρήματος.
Τι
δείχνει η ιστορία όταν
ξεκινά ένας κύκλος
αυξήσεων
Η ιστορική εμπειρία
είναι επίσης λιγότερο
αρνητική απ' όσο θα
περίμενε κανείς.
Στους επτά προηγούμενους
κύκλους αύξησης
επιτοκίων που εξετάζει η
Goldman
Sachs,
ο S&P
500 υποχώρησε κατά μέσο
όρο περίπου 2%
στους τρεις μήνες
μετά την πρώτη αύξηση.
Όμως σε ορίζοντα 12
μηνών η εικόνα
αντιστρέφεται: ο δείκτης
κατέγραψε μέση
άνοδο περίπου 9%.
Η διαφορά είναι
σημαντική. Η πρώτη
αντίδραση των αγορών σε
μια αύξηση επιτοκίων
μπορεί να είναι
αρνητική, καθώς οι
επενδυτές
επανατιμολογούν το
κόστος χρήματος. Όμως
εάν η αύξηση
πραγματοποιείται σε μια
οικονομία που συνεχίζει
να αναπτύσσεται και οι
επιχειρήσεις εμφανίζουν
ισχυρά κέρδη, η
Wall
Street
μπορεί να συνεχίσει
υψηλότερα.
Η αγορά έχει ήδη
προεξοφλήσει
περισσότερες αυξήσεις
Ένας ακόμη παράγοντας
που λειτουργεί υπέρ των
μετοχών είναι ότι ένα
μεγάλο μέρος της
νομισματικής σύσφιξης
έχει ήδη προεξοφληθεί.
Οι αγορές τιμολογούν
πλέον περισσότερες από
τρεις αυξήσεις
επιτοκίων μέσα στους
επόμενους 12 μήνες,
ενώ οι επενδυτές έχουν
ήδη προσαρμόσει τις
αποτιμήσεις τους στην
προοπτική υψηλότερων
επιτοκίων για μεγαλύτερο
διάστημα.
Η Goldman
εκτιμά ότι το κρίσιμο
στοιχείο δεν είναι τόσο
η πρώτη αύξηση, αλλά το
εάν αυτή θα εξελιχθεί σε
έναν παρατεταμένο κύκλο
επιθετικής σύσφιξης.
Αυτό αποτελεί και το
βασικό σημείο στο οποίο
συμφωνούν αρκετοί
μεγάλοι οίκοι της
Wall
Street.
JPMorgan:
Το πρόβλημα δεν είναι
μία αύξηση, αλλά ένας
νέος κύκλος
Η JPMorgan
θεωρεί ότι ένας
ρηχός και περιορισμένος
κύκλος αυξήσεων
μπορεί να απορροφηθεί
από την αγορά.
Ο Dubravko
Lakos-Bujas
εκτιμά ότι μια σταδιακή
σύσφιξη, ουσιαστικά μια
αντιστροφή των μειώσεων
επιτοκίων που είχαν
προηγηθεί ως «ασφάλεια»
απέναντι στους κινδύνους
της οικονομίας, δεν
αποτελεί από μόνη της
λόγο για μεγάλη πτώση
των μετοχών.
Το σενάριο που θα άλλαζε
δραματικά την εικόνα
είναι διαφορετικό: μια
νέα επιτάχυνση του
πληθωρισμού που θα
ανάγκαζε τη Fed
να προχωρήσει σε έναν
πολύ ευρύτερο και
επιθετικότερο κύκλο
αυξήσεων.
Σε αυτή την περίπτωση, η
JPMorgan
προειδοποιεί για
σημαντικό καθοδικό
περιθώριο στις μετοχές.
Δεν θεωρεί, όμως, αυτό
το σενάριο ως βασική της
πρόβλεψη. Η ίδια η
JPMorgan
εξακολουθεί να διατηρεί
εποικοδομητική άποψη για
τις μετοχές, στηριζόμενη
κυρίως στην ισχυρή
αύξηση των κερδών.
Το «κόκκινο» όριο των
αποδόσεων
Εδώ βρίσκεται ίσως το
σημαντικότερο μήνυμα για
τους επενδυτές.
Η Goldman
και άλλοι οίκοι εκτιμούν
ότι η σχέση μεταξύ
αποδόσεων ομολόγων και
μετοχών μπορεί να
παραμείνει θετική όσο η
άνοδος των αποδόσεων
αντανακλά
ισχυρότερη οικονομική
δραστηριότητα και
υψηλότερα εταιρικά κέρδη.
Υπάρχει όμως ένα σημείο
στο οποίο η κατάσταση
μπορεί να αλλάξει.
Οι αναλυτές της
Goldman
εκτιμούν ότι μια απόδοση
του 10ετούς αμερικανικού
ομολόγου στην περιοχή
του 5%-5,5%
θα αύξανε σημαντικά τον
κίνδυνο να αντιστραφεί η
μέχρι σήμερα θετική
σχέση μεταξύ μετοχών και
αποδόσεων.
Με απλά λόγια, όσο τα
επιτόκια ανεβαίνουν
επειδή η οικονομία είναι
ισχυρή, οι μετοχές
μπορούν να το
απορροφήσουν. Εάν όμως
οι αποδόσεις αρχίσουν να
ανεβαίνουν επειδή η
αγορά φοβάται ότι ο
πληθωρισμός ξεφεύγει και
η Fed
θα αναγκαστεί να γίνει
πολύ πιο επιθετική, τότε
το σκηνικό αλλάζει.
Γιατί μέχρι τώρα οι
μετοχές αντέχουν
Οι μετοχές έχουν
απορροφήσει την πρόσφατη
άνοδο των αποδόσεων των
ομολόγων ακριβώς επειδή
η κίνηση δεν έχει
αποδοθεί κυρίως σε μια
νέα έκρηξη των
μακροπρόθεσμων
πληθωριστικών
προσδοκιών.
Αντίθετα, σημαντικό
μέρος της ανόδου των
αποδόσεων συνδέεται με
την ισχυρή οικονομική
δραστηριότητα και τις
αναβαθμίσεις στις
εκτιμήσεις για τα
εταιρικά κέρδη.
Αυτό είναι ιδιαίτερα
σημαντικό για την
τρέχουσα χρηματιστηριακή
συγκυρία.
Εάν η οικονομία
συνεχίζει να
αναπτύσσεται και οι
επιχειρήσεις αυξάνουν τα
κέρδη τους, η Fed
μπορεί να αυξάνει
σταδιακά τα επιτόκια
χωρίς να δημιουργεί
απαραίτητα ύφεση.
Η Goldman
Sachs
εξακολουθεί να βλέπει
περιθώριο ανόδου του
S&P
500 και διατηρεί στόχο
περίπου 8.000
μονάδων για το τέλος του
2026, παρά την
προοπτική υψηλότερων
επιτοκίων.
Morgan
Stanley:
Οι ποιοτικές μετοχές
έχουν το πλεονέκτημα
Η Morgan
Stanley
κινείται στην ίδια
κατεύθυνση, θεωρώντας
ότι οι μετοχές υψηλής
ποιότητας είναι πιθανό
να υπεραποδώσουν εφόσον
η Fed
αυξήσει τα επιτόκια όπως
αναμένεται.
Ιστορικά, οι μετοχές με
ισχυρούς ισολογισμούς,
υψηλή κερδοφορία και
μεγαλύτερη
προβλεψιμότητα κερδών
έχουν καλύτερη
συμπεριφορά κατά την
έναρξη ενός κύκλου
σύσφιξης.
Παράλληλα, η
Morgan
Stanley
επισημαίνει ότι οι
κυκλικές μετοχές και οι
μετοχές με ισχυρή
δυναμική μπορούν επίσης
να εμφανίσουν καλή
συμπεριφορά μετά την
πρώτη αύξηση, εφόσον η
οικονομία παραμένει
ισχυρή.
Το βασικό μήνυμα
επομένως δεν είναι «η
Fed
αυξάνει επιτόκια, άρα
πουλήστε μετοχές», αλλά
«η
Fed
αυξάνει επιτόκια, άρα η
ποιότητα και η δυναμική
των κερδών αποκτούν
ακόμη μεγαλύτερη
σημασία».
Το πετρέλαιο είναι ο
μεγάλος άγνωστος
Υπάρχει όμως ένας
παράγοντας που μπορεί να
ανατρέψει ολόκληρη αυτή
την ισορροπία: το
πετρέλαιο.
Η μεγάλη άνοδος των
τιμών ενέργειας λόγω της
κρίσης στη Μέση Ανατολή
αποτελεί τον βασικό
κίνδυνο για τους
αναλυτές.
Μια απότομη νέα εκτίναξη
των τιμών του
πετρελαίου, ειδικά εάν
συνδεθεί με παρατεταμένο
κλείσιμο των Στενών του
Ορμούζ, θα μπορούσε να
δημιουργήσει ένα
διαφορετικό είδος
πληθωριστικού σοκ.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η
Fed
δεν θα αντιμετωπίζει
πλέον απλώς μια
οικονομία που
αναπτύσσεται γρήγορα. Θα
αντιμετωπίζει ταυτόχρονα
υψηλότερο πληθωρισμό και
αυξημένες πληθωριστικές
προσδοκίες.
Αυτό θα μπορούσε να
μετατρέψει μια
προληπτική και
περιορισμένη αύξηση
επιτοκίων σε
έναν πολύ μεγαλύτερο
κύκλο σύσφιξης.
Η Goldman
έχει ήδη αναθεωρήσει
υψηλότερα τις εκτιμήσεις
της για το πετρέλαιο,
προειδοποιώντας ότι σε
περίπτωση παρατεταμένης
διαταραχής της προσφοράς
στον Κόλπο το
Brent
θα μπορούσε να ξεπεράσει
ακόμη και τα 120 δολάρια
το βαρέλι το 2027.
Ο Οκτώβριος μπορεί να
είναι το πραγματικό τεστ
Για τη Wall
Street,
επομένως, η αυριανή
αύξηση των επιτοκίων δεν
είναι απαραίτητα το
γεγονός που θα κρίνει
την πορεία των μετοχών.
Το πραγματικό τεστ θα
έρθει τους επόμενους
μήνες.
Εάν η Fed
προχωρήσει σε μία ή
λίγες αυξήσεις και στη
συνέχεια σταματήσει, ενώ
τα εταιρικά κέρδη
παραμένουν ισχυρά, οι
μετοχές μπορούν να
συνεχίσουν την ανοδική
τους πορεία.
Εάν όμως οι τιμές
ενέργειας παραμείνουν
υψηλές, ο πληθωρισμός
επιταχυνθεί και οι
αγορές αρχίσουν να
προεξοφλούν έναν
παρατεταμένο κύκλο
αυξήσεων, τότε το
σημερινό ανοδικό αφήγημα
θα βρεθεί υπό σοβαρή
πίεση.
Το τέταρτο τρίμηνο και
ιδιαίτερα τα εταιρικά
αποτελέσματα από τον
Οκτώβριο αναμένεται να
αποτελέσουν σημαντικό
καταλύτη. Η
Goldman
εκτιμά ότι τα
αποτελέσματα του τρίτου
τριμήνου μπορούν να
προσφέρουν νέα στήριξη
στην αγορά, εφόσον
επιβεβαιώσουν την
ανθεκτικότητα της
κερδοφορίας.
Το συμπέρασμα για τους
επενδυτές
Η Wall
Street
δεν φοβάται τόσο την
πρώτη αύξηση
επιτοκίων όσο
φοβάται το ενδεχόμενο
αυτή να είναι η αρχή
μιας πολύ μεγαλύτερης
αλλαγής καθεστώτος.
Για όσο διάστημα η
άνοδος των αποδόσεων
συνοδεύεται από ισχυρή
οικονομία, αυξημένα
εταιρικά κέρδη και
ελεγχόμενο πληθωρισμό,
οι μετοχές μπορούν να
συνεχίσουν υψηλότερα.
Το κρίσιμο όριο
βρίσκεται στις αποδόσεις
των μακροπρόθεσμων
ομολόγων και κυρίως στο
κατά πόσο το 10ετές
αμερικανικό θα πλησιάσει
ή θα ξεπεράσει σταθερά
την περιοχή του
5%-5,5%.
Εκεί το αφήγημα αλλάζει:
από «ισχυρή
οικονομία και υψηλότερα
επιτόκια»
μπορεί να περάσει στο
«υψηλότερος
πληθωρισμός,
περισσότερες αυξήσεις
και αυξημένος κίνδυνος
ύφεσης».
Και αυτό είναι το
σενάριο που πραγματικά
θα μπορούσε να βάλει
τέλος στην ανοδική
αγορά.
Για την ώρα, όμως,
Goldman
Sachs,
JPMorgan
και Morgan
Stanley
συμφωνούν σε ένα βασικό
σημείο: μια
περιορισμένη αύξηση
επιτοκίων δεν αρκεί από
μόνη της για να
σταματήσει το
bull
market.
Το πραγματικό πρόβλημα
θα ξεκινήσει μόνο εάν τα
επιτόκια αρχίσουν να
ανεβαίνουν ταχύτερα από
τα εταιρικά κέρδη.
|